Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ

Από μπρος μου σαν γύφτικο σκερπάνι περνά η ζωή
Απλώνω τα χέρια μου να την αγγίξω-να την αγκαλιάσω
Μα τα χέρια μου είναι διάφανα
Τα χέρια μου είναι διάφανα
Κι από μέσα τους περνούν
Κουνούπια του Νείλου
Και στίγματα μού αφήνουν
Στίγματα ελονοσίας

Τα χέρια μου είναι διάφανα
Τα κουνούπια είναι μαλακισμένα

Οι μέρες είναι καυτή σούπα από ταχίνι
Κι ένας καλόγερος πύον χύνει
Στο σβέρκο μιας αμυγδαλιάς

Τα χέρια μου είναι διάφανα
Ο πούτσος μου μικροσκοπικός
Η ανάσα μου είναι βαλβίδες τριαξονικού
Η καρδιά μου είναι μια .
Το μυαλό μου μια -
. και -
42 χρονώ κι έχω λησμονήσει τι σημαίνει η λέξη "καύλα"
Εν πάσει περιπτώσει
Θα κυλιστώ σε κυλιόμενες σκάλες
Θα πάω κόντρα στο ρεύμα το ηλεκτρικό
Και ξέχασα να το αναφέρω:

-Τ‘ αστέρια κατασκευάζονται από σκατά αλόγων!
(Ω ναι! Δεν κάνω πλάκα! Από σκατά αλόγων!)

Σας το είπα πως τα χέρια μου είναι διάφανα;

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

στη φωτο έργο άγνωστου καλλιτέχνη

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΖΥΓΟ

Στη μεμβράνη μιας βαλίτσας
Πλαισιωμένης από κίναιδους υπερασπιστές μιας αφλόγιστης
   ονειροπάθειας
Ματαιόδοξοι αφέντες του καπνού
Που αναβλύζει από ριμαγμένα οστά
Μια κραυγή
Ένας πόθος
Μι‘ ανάμνηση
Τα φωνήεντα στη γραμμή του εύκολου πλουτισμού:

ααααα, εεεεεε, ηηηηη, ιιιιι, οοοοο, ωωωωω...
(το ύψιλον δηλώνει την αποΥσία)...

Κεραυνός σημαίνει σιωπητήριο
Οι υπνοβάτες αχινοί
Στα δυο τους πόδια περπατούν
Στο τραπέζι του μπλακ-Τζακ
Δώδεκα άγιοι τα φωτοστέφανά τους ποντάρουν

Απόψε θα αναζητήσω το φιλί μιας πόλης δίχως χέρια
   και με το στόμα της κεντημένο
   πάνω σε αόρατο γρασίδι

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: πίνακας της Eva Švankmajerová, 1987

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Νάνσυ Αγγελή-Μια μέρα απόλυτης ησυχίας

Ετεροχρονισμένα, διάβασα το βιβλίο με διηγήματα της Νάνσυ Αγγελή, "Μια μέρα απόλυτης ησυχίας" (εκδ. Παράξενες Μέρες), κι ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια γι‘ αυτό, όχι για κάποιον άλλο λόγο παραμόνο γιατί θεωρώ πως κάποιοι συγγραφείς του σήμερα οι οποίοι διατηρούν μία χαμηλών τόνων προσωπικότητα, δίχως καμιά έπαρση, χωρίς να προσπαθούν να πείσουν τον αναγνώστη πως αυτοί είναι οι νέοι Καβάφηδες, Λουντέμηδες ή όποιοι άλλοι νέοι κι είναι απλά ο εαυτός τους, και το γράψιμο γι‘ αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αναγκαιότητα να μιλήσουν και μια εξερεύνηση του δικού τους "εγώ". Να μιλήσουν για όλα όσα αφορούν την ατομική τους υπόσταση μέσα στο γενικό σύνολο, μες στην ολότητα του κόσμου. Η Νάνσυ γράφοντας, δημιουργεί αυτό ακριβώς το περίβλημα, αυτόν ακριβώς το στόχο θέτει, να μιλήσει για ‘κείνην, όχι αποκομμένη από το γενικό σύνολο, μα ενταγμένη μέσα του, (ενταγμένη μεν, όχι όμως αφομοιωμένη από μια κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού ή της αποστασιοποίησης του ατόμου από τα κακώς κείμενα ετούτης της κοινωνίας, αυτού του βάλτου όπου τα νερά μουχλιάζουν). Διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου, καθώς και την υποθετική εισαγωγή(;), της συγγραφέως, επηρεασμένος από την δική μου στάση έναντι της γραπτής δημιουργίας, αναρωτήθηκα πως μπορεί κάποιος να βρεί την έμπνευση μες στην καρδιά μιας μέρας με απόλυτη ησυχία. Τι είναι αυτό που τον κάνει να γράψει πλαισιωμένος απ‘ την απραξία; Την απάντηση την πήρα στην συνέχεια της υποθετικής αυτής εισαγωγής: πρώτα-πρώτα είναι η σιωπή! Η σιωπή είναι που μιλά. Η σιωπή έχει την δική της γλώσσα, τις δικές της λέξεις κι εσύ, πρέπει να έχεις αυτή την ικανότητα να την ακούσεις, να την κατανοήσεις για να την πλάσεις με τις λέξεις σα να ‘ταν ένα κομμάτι από μάρμαρο λεκτικό, κι εφόσον διαθέτεις την ικανότητα, να την σμιλέξεις, να της δώσεις την μορφή ενός αγάλματος από φράσεις, κι εν τέλει, να γεμίσεις τις σελίδες της δικής σου συνεύρεσης με το άγνωστο που πάντοτε κρύβει η σιωπή. Μετά την σιωπή, έρχεται η απόσταση. Η Νάνσυ διαμένει μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε κι αυτό -όπως είναι λογικό-, εύκολα σε μια μέρα απόλυτης ησυχίας, μπορεί να γεννήσει την νοσταλγία, τον πόθο του γυρισμού. Η γεννέτηρα της Νάνσυ, κάνει την εμφάνισή της στα διηγήματα που πλαισιώνουν αυτό το βιβλίο όχι μόνο ως ένα σημείο γης μα κι ως πρόσωπα αγαπημένα, (άλλωστε, έναν τόπο δεν των χαρακτηρίζουν οι φυσικές του ομορφιές όσο οι κάτοικοί του). Το ότι εμφανίζονται αγαπημένα πρόσωπα της συγγραφέως, δε το βλέπεις ξεκάθαρα, το αντιλαμβάνεσαι όμως, το συμπεραίνεις (είμαι σίγουρος πως το διήγημα "Το διαβατήριο", είναι μια άκρως αληθινή ιστορία, μια βιωματική εμπειρία, μα δεν πρόκειται να ψάξω την επιβεβαίωση γιατί αν μάθω την αλήθεια, θα χάσω την μαγεία). Ύστερα έρχεται η μοναξιά! Η μοναξιά! Αυτή η μικρή λέξη που τόσο φόβο χαρίζει στις καρδιές των ανθρώπων μα που μέσα της δημιουργήθηκαν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της τέχνης ανα τους αιώνες. Αχ, η μοναξιά! Τέλος, έρχονται η συντροφικότητα, ο γκρίζος ουρανός ή το θαλασσινό αγέρι. Εικόνες που πετούν γύρω μας, που για τους περισσότερους από μας δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια συνήθεια, μια κατάσταση δεδομένη ή απλά, κάποια φυσικά φαινόμενα. Για κάποιους όμως, είναι αυτή η σπίθα που βάζει φωτιά και καίει το είναι τους κι αυτό τους σπρώχνει στο να γράψουν, να ζωγραφίσουν, να χαρίσουν στην αιωνιότητα μια στιγμή τους και να μετατρέψουν τη στιγμή αυτή σε αιωνιότητα. Η Νάνσυ ομολογουμένως, στα διηγήματά της αυτά, κατάφερε να μετατρέψει τη στιγμή σε αιωνιότητα και το αντίθετο, στο μέγιστο βαθμό. Κάθε διήγημα αυτού του βιβλίου, είναι πάντα η ματιά, οι σκέψεις, τα πιστεύω της δημιουργού του και γι‘ αυτό σ‘ όλες τις ιστορίες η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Ακόμα κι αν ο αφηγητής είναι γένους αρσενικού, από πίσω είναι η Νάνσυ που μεταμφιέζεται σε άνδρα γιατί το απαιτεί η ανάπτυξη της ιστορίας. Πάντως, να είστε βέβαιοι, ακόμα κι όταν μιλά ένας άνδρας στα συγκεκριμένα διηγήματα, μιλά δανειζόμενος το είναι της Νάνσυ. Μπείτε στον κόπο να διαβάσετε τα δυο διηγήματα με ήρωα τον κύριο Χ (Ο Χ., Θάνατος από θαύμα) και θα δείτε με τον άψογο τρόπο αφήγησης ο οποίος μοιάζει σα να γίνεται όχι από ένα μα από δύο πρόσωπα (ο Χ. είναι χαρακτήρας μη υπαρκτός, είναι ήρωας-δημιούργημα κάποιου συγγραφέα) κι εκεί θα μπορέσετε να διαπιστώσετε τα λεγόμενά μου. Είναι αληθινά τιμή για την σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, να την υπηρετούν -δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η λέξη μα την χρησιμοποιώ μια και δεν έχω άλλη καλύτερη λέξη εύκαιρη να χρησιμοποιήσω-, άνθρωποι σαν τη Νάνσυ Αγγελή. Το τι επιφυλάσσει το μέλλον για την Νάνσυ και τι η ίδια έχει κατα νου να προσφέρει στην τέχνη του λόγου, ελπίζω να είμαι σε θέση να το διαπιστώσω, όταν κι όποτε αυτό γίνει γεγονός, μέχρι τότε:

ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ Ν‘ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ!

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗΣ,"ΤΑ ΘΟΛΩΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΛΒΗΣ"/Βιβλιοπωλείο "ΦΑΡΦΟΥΛΆΣ"/13-09-16

   Από παιδί, πάντα αισθανόμουν πως εντός του σώματός μου, περιδιάβαινε ένα άλλο, εντελώς άγνωστο σε μένα 
σώμα. Ένα  σώμα,  αδιευκρίνιστου, ακαθόριστου  φύλου,  τ'  οποίο είχε εγκλωβιστεί χωρίς τη  δική του  θέληση, 
δίχως να γνωρίζει το γιατί, απλά, έπεσε  μέσα στην δική μου χοάνη και πάλευε να γαντζωθεί, ν' αναρριχηθεί στα
τοιχώματα της ψυχής μου, για να μπορέσει ν' αναδυθεί στην επιφάνεια, έτσι που να δηλώσει την  παρουσία  του, 
(να βροντοφωνάξει την ύπαρξή του), στον εξώτερο κόσμο.  Ήθελε να βγεί απ' τον έσωτερο κόσμο μου,  να  λάβει 
χώρο δράσης και δημιουργίας, μετά και πέρα αυτού.
   Τον αισθανόμουν πάντα! Η ανάσα του, προηγούταν  της  δικής  μου.  Ο   χτύπος  της  καρδιάς του,  αντηχούσε 
πρίν τον χτύπο της δικής μου. Τις νύχτες που κοιμόμουν, εκείνος ξαγρυπνούσε συλλέγοντας εικόνες κι εμπειρίες,
από  την  περιορισμένη  σ' έκταση  πραγματικότητα κι απ' τ' απεριόριστα φαντασιακά δεδομένα, κι όταν ξυπνού-
σα το πρωί, μου τα έστελνε ανάμεσα στα βλέφαρά μου,  ως  μαγνητικά  πεδία  δυσνόητα,  σαν  εικόνες  κάποιου
κολλάζ το οποίο θα έπρεπε εγώ να συναρμολογήσω. Μα χωρίς εγώ να μπορώ να γνωρίζω περί  τίνος  επρόκειτο,
περί του ποιός ήταν ο αποστολέας των αλλόκοτων αυτών εικόνων και γιατί  μου  τις  είχε  αποστείλει,  για  πολύ
καιρό,  δεν  έδινα  καμιά σημασία, το εναντίον, τις έθαβα μες στ' αυλάκια της μνήμης, -στης λήθης  το  εκτόπλα-
σμα-, και συνέχιζα να προσπαθώ να ζήσω εντός  μιας ζωής που δεν είχε φτιαχτεί από εμένα και δεν ήταν για εμέ-
να. 
   Κάποιος ψυχαναλυτής, αν άκουγε τα λεγόμενά μου, θα έδινε στο  σώμα αυτό, -μ' ευκολία μεγάλη  ίσως, και με
μια απλούστευση, βασιζόμενος λχ. στη στρουκτουραλιστική θεώρηση των πραγμάτων-, τ' όνομα "διπολική  δια-
ταραχή" ή "διχασμένη προσωπικότητα με σχιζοφρενικές τάσεις", κλπ. κλπ. Αυτό όμως  θα  ήταν  μια εύκολη  ως 
απλοϊκή ανάλυση των δεδομένων, εφόσον μ' αυτή  την  επεξήγηση,  απορρίπτεται  η  υπαρξιακή  υπόσταση  του
σώματος αυτού,  κι αυτομάτως, ενσωματώνεται στο δικό μου σώμα, (ενσωματώνεται, δεν ζεί), και τον  ψυχισμό, 
και καταλύεται εντελώς η δική του προσωπικότητα εν ονόματι  της δικής  μου.Μα το σώμα εντός του δικού μου,
είναι ένα υπαρκτό, αυτόνομο σώμα το οποίο απλά είχε την ατυχία, -ή την τύχη-, να βρεθεί μες στο δικό μου.
   Λέω  κι  επιμένω  πως  το  σώμα  αυτό  υπάρχει - ζεί κι αναπνέει εφόσον, μετά από χρόνια που το αισθανόμουν
μέσα μου, εμφανίστηκε εμπρός μου κάποιο φθινοπωρινό πρωϊνό στο θρανίο μιας τάξης της Α' λυκείου στο  σχο-
λείο όπου ήμουν μαθητής. Εμφανίστηκε εντελώς ξαφνικά. Καθόταν στην διπλανή θέση  του  θρανίου  μου,  έχο-
ντας  πάρει, -άγνωστο το πως-, την θέση του συμμαθητή μου που το μοιραζόμασταν. Ήταν εκεί με το  αδιευκρί-
νιστου φύλου κορμί και με το δίχως πρόσωπο κεφάλι  του. Όταν τον ρώτησα έκπληκτος: "Ποιός είσαι;", εκείνος 
με απόλυτη ηρεμία μού απάντησε ως  μι' άλλη  Νάντια: "Είμαι η ψυχή στο κενό!".
   Κάτι μ' έκανε μετά απ' αυτή του την απάντηση να σηνειδητοποιήσω αμέσως το  ποιός  ήταν  αυτός  ο  εξωπρα-
γματικός επισκέπτης εκείνου του φθινοπωρινού πρωϊνού, πως ήταν δηλαδή  εκείνος  που  όταν  εγώ  κοιμόμουν,
συνέλεγε όλες εκείνες τις ασύδοτες εικόνες που λάμβανα όταν ξυπνούσα, κι όταν  μου  είπε  πως  με  χρειάζεται
για να μιλήσω στους άλλους εξ ονόματός του, άρχισα να αναζητώ το πως θα μπορούσα να  μιλήσω  σε  κάποιον
για ένα άνθρωπο δίχως φύλο και χωρίς καν πρόσωπο. Ήταν σα να μιλώ για κάποιο ασύμπαντο  σύμπαν  και  για 
να καθορίσεις ένα ασύμπαντο σύμπαν, μόνο με τη μέθοδο της συμπαντοποΐησης θα μπορούσε να γίνει. Μα ποιά
είναι η μέθοδος αυτή ακριβώς; Στην πράξη, τι συμπαντοποιεί, ένα ασύμπαντο σύμπαν;
   Όπως έγραψα στο αφήγημά μου, “ΑΝΤΙ-ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΙΑΣ ΝΩΘΡΩΤΗΤΑΣ”:

      “Μόνο η ποίηση κατέχει τους διαύλους που μας
        οδηγούν στη ΣΥΜΠΑΝΤΟΠΟΪΗΣΗ  του  ΑΣΥΜΠΑ-
         ΝΤΟΣ και αυτό γιατί μόνο η ποίηση είναι ΑΠΟ-
         ΛΥΤΩΣ ΑΣΥΜΠΑΝΤΗ!”.

   Αυτή ήταν η απάντηση λοιπόν: η ποίηση!  Κι άρχισα έτσι να εξερευνώ, τα  δύσβατα  μονοπάτια  της  ποίησης.
Κι άκουσα πολλές θεωρείες, αναλύσεις επί αναλύσεων, που άλλες  συμφωνούσαν  ενώ  άλλες  δεν
είχαν καμιά σχέση με τις προηγούμενες που άκουσα. Ειδήμωνες επί ειδημώνων και ειδήμωνες κατά  ειδημώνων
κ.ο.κ. Πολλοί μου παρουσίασαν την ποίηση σα  μια αλγεβρική εξίσωση ή σαν ένα γεωμετρικό σχήμα, βάζοντας
την λογική πάνω από το συναίσθημα. Οι ίδιοι αυτοί που ζητούσαν από τους αναγνώστες τους να  διαθέτουν  κά-
ποιο πτυχίο μαθηματικών, οι ίδιοι αυτοί ειδήμωνες, αναλίσκονται με το να κάνουν μεγαλειώδεις σταυροφορείες
ενάντια αυτών που γράφουν τόσο δυσνόητα και με τόσο προσωπική γραφή, έτσι που ο αναγνώστης, να μην έχει
την δυνατότητα να κατανοήσει την γραφή τους και μ‘ ευκολία τους αποκαλούν μη-ποιητές,  μη-συγγραφείς, 
και καβαλημένα καλάμια. Εκείνους που διαλέγουν πρώτα και πρίν απ' τον καθένα, να μιλήσουν στον  ίδιο  τους
τον εαυτό, να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας τους.. Νομιμοποιούν με  τον τρόπο αυτό, μια ιδιόμορφη δικτα-
τορία του αναγνώστη εκείνοι που θα ήταν πολλοί καλύτεροι ως καθηγητές των μαθηματικών, παρά απ' ότι είναι
ποιητές ή συγγραφείς. Εμένα και τον εντός του εγώ μου φίλο, δε μας απασχολούν ούτε αυτοί οι ποιητές, ούτε οι
αναγνώστες αυτών, άλλωστε, δεν ζητάμε να μας ακούσουν οι  πάντες,  ζητάμε να μας ακούσουν  εκείνοι  που  πρέπει να μας ακούσουν.
   Ακούσαμε πολλά περί ποίησης όλα αυτά τα χρόνια. Εδώ θα αναφερθώ σε μια θεωρία περί των  ιδιαιτερότητων της ποίησης σε σχέση με δύο άλλες μορφές της τέχνης, την οποία και πιστεύουμε ακράδαντα. Την δανείζομαι από τον  Βασίλη Τομανά, από  τον  πρόλογο  του  βιβλίου του  Φράντς Κάφκα  "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΜΊΛΕΝΑ", τ' οποίο ο ίδιος μετέφρασε, αλλά το κομμάτι που θα δανειστώ, το είχε κι εκείνος δανειστεί με τη σειρά  του, από το βιβλίο του Schiller  "ΠΕΡΙ ΑΦΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ",  και το αναφέρει μ'  αφορμή την επιμονή του Κάφκα να γράφει στη Μίλενα για το πόσο άμουσος ήταν. Γράφει λοιπόν ο Schiller:

   "Λέω μουσικός για να θυμίσω τη διπλή συγγένεια της ποίησης με τη μουσική και με  τις  εικαστικές  τέχνες. Η ποίηση μπορεί να ονομαστεί είτε εικαστική (πλαστική) είτε μουσική, ανάλογα με το αν μιμείται ένα ορισμένο αντικείμενο, όπως κάνουν οι εικαστικές τέχνες, ή αν, όπως η μουσική,  απλώς  γεννά  μιαν  ορισμένη  κατάσταση ψυχής δίχως να χρειάζεται ένα ορισμένο αντικείμενο. Ο χαρακτηρισμός 'μουσική', δεν  αναφέρεται, λοιπόν,  μονάχα σε ό,τι είναι πράγματι και από υλικήν άποψη μουσικό στοιχείο μέσα στην  ποίηση,  παρά  σε  όλες  εκείνες
τις εντυπώσεις που μπορεί  να προκαλέσει  δίχως να κυριαρχήσει πάνω στη φαντασία δια μέσου ενός  συγκεκριμένου αντικειμένου".

   Αυτόν τον ορισμό, εμείς προσπαθούμε πάντα να τον ακολουθούμε όχι γιατί είναι κάποιος  νόμος  στον  οποίο οφείλουμε τυφλή υπακοή κι υποταγή, άλλωστε, είμαστε ακλόνητοι στην άποψη  πως  οι  νόμοι  υπάρχουν για να τους ξεπερνάμε, απλώς θεωρούμε πως είναι μια βασική αρχή στο να γράψει κανείς ποίηση χωρίς να  πρέπει ν' ακολουθεί την αρτιοσκληρωτική βάση πως ποίηση είναι το  είδος  του γραπτού λόγου τ' οποίο διακρίνεται απ' την μορφή των στίχων τους οποίους οφείλουμε να καταγράφουμε δομημένους σε ιαμβικό  δεκαπεντασύλλαβο, ομοιοκαταληξία κ.ο.κ. Το βασικό για μας είναι η ποίηση να μετατρέπεται είτε σε μουσική είτε σε  εικαστική μορφή, μα ποτέ να μη βάζει εμπόδια στη φαντασία, γιατί η ποίηση ως καταγραφή των γεγονότων, (ιστορικών  ή επικαίρων), δεν αφορά ούτε εμένα ούτε τον απρόσωπο φίλο μου. Τέλος, θα πρέπει να πω, πως  δεν  περιμένουμε από τον ποιητή να δώσει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα του λαού, περιμένουμε όμως, να τα καταδείξει, να κραυγάσει γι' αυτά, να σταθεί δίπλα στον λαό την ώρα της όποιας εξέγερσής του κι όχι εναντίον του. Αν η  ποίηση δεν είναι επαναστατική κι επαναστατημένη, είναι ποίηση νεκρή κι ο ποιητής της, γελωτοποιός του  λόγου  κι υποχείριο του κατεστημένου. Μακρία μας τέτοιοι ποιητές. Κοντά μας θέλουμε  τους  εν  δυνάμει  ποιητές,  εκείνους που δεν μπορούν να γράψουν ούτε την αλφαβήτα.   
   Και συνεχίζω πάντα να ζω με τον  άνθρωπο  αυτόν...  τον αδιευκρίνιστου φύλου άνθρωπο, τον χωρίς  πρόσωπο άνθρωπο. Μοιραζόμαστε πλέον τις εμπειρίες και τα ζωντανά μας  όνειρα.  Συνομιλούμε  πια  ανεξαρτήτως ώρας, στιγμής ή φυσικής κατάστασης στην οποία μπορεί να βρισκόμαστε. Πλέον  δεν  είναι ανάγκη  να  κοιμάμαι  για  να
μου στείλει κάποια νέα ιστορία ή εικόνα που θέλει να μοιραστεί μαζί μου και με τον  εξώτερο  κόσμο.  Μιλά κι εγώ τον ακούω αμέσως, καταγράφοντας τα όσα έχει να μου εξιστορήσει.
   Μετά από τόσα χρόνια από την ημέρα που και οι δυο γεννηθήκαμε, μετά από τόσα χρόνια από την  ημέρα που θέλησε ο φίλος να εμφανιστεί μπροστά μου,γνωρίζω πολύ καλά πως ακόμα δεν έχω μάθει ούτε τα μισά
απ' όσα μέσα στον δικό του εσώτερο κόσμο κρύβει.  Πάντα θα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές  του,  τις οποίες                                            ίσως και ποτέ να μη μάθω. Καλύτερα έτσι. Το άγνωστο οφείλει να έχει τις σκοτεινές -μυστηριώδεις  γωνιές  του, κι εμείς, καλό είναι να μη τις μάθουμε ευθής όλες, γιατί, το άγνωστο είναι που δίνει  μια γεύση
τρυκημμίας στα χείλη της ζωής. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας να διανύσουμε.

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: Luis Daro

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2016

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

                     Στον Διαμαντή Καράβολα

Τα μάτια του γαλανού χιονιού
Αφήνουν τα χνάρια τους πάνω στο αρρωστημένο
   πνευμόνι
Το περίστροφο των ασύνδετων λέξεων
Το όνομα της οροιοθέτησης της γητευμένης
   αισχοκέρδιας
Νεκρανάσταση αναγραμματισμού σε βροχής κουκούλι
Ο ύπνος που τρέχει στα δάση της ανολοκλήρωτης
   ευθανασίας
Ο άνθρωπος πριν τον άνθρωπο
Και μετά την προστριβή των συναισθημάτων
Που στον υπερσυντέλικο
Αόριστο μέλλοντα ομογνωμούν

Η κατάρευση προηγείται της ανόρθωσης
Η ασχήμια της ομορφιάς
Βάλτε φωτιά στο χαμόγελο της Τζοκόντα
Βάλτε ναρκοπέδια στους διαδρόμους
   του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης
Σκοτώστε τους ποιητές
Το λανθάνον περιεχόμενο ζεί
Το αντίο πριν επέλθει το αντίο
Ο αφορισμός πριν και πάντα

Δεν σκέφτομαι άρα υπάρχω σαν σκέψη
Δεν πράττω άρα δρω
Η δημοκρατία των εντόμων
Ο οδικός χάρτης αχαρτογράφητων οδών
Οι αόρατες σελίδες μιας υπερπραγματικής
   ατοπίας
Κάπου στο άπειρο γονιμοποιήται η αλήθεια

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: έργο της Ody Saban

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειοθετούμενης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ‘ αγαπώ
ενός σεντουκιού ιωδίου
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
οι στάχτες
του κρόνιου ορισμού
μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδoς
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: Toyen, War, 1945

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Κ. ΡΕΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ "ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΛΒΗΣ"

Περιθωριακά Με τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου

Θ. Δ. Τυπάλδος: «Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης»

Σε μια εποχή που ο λόγος προέχει του πνεύματος, που η επιβίωση ανάγεται σε ριψοκίνδυνη ακροβασία πάνω απ’ την άβυσσο, και που η εικόνα θάβει την ουσία, «Τα Μάτια της Στίλβης» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2016),  δεν είναι μόνο θολωμένα αλλά και δακρυσμένα.

Βέλο του πένθους μα όχι για μεμψιμοιρία, αλλά για αντίδραση σε επίπλαστες χαρές. Σαν όπλα ενάντια στη μίζερη πραγματικότητα η ποίηση του Θ.Δ. Τυπάλδου προτάσσει το μαύρο χιούμορ, τη φαντασία, το όνειρο -όχι αποκομμένο από την αλήθεια αλλά συμβαδίζοντας μαζί της σε ανηφορικούς δρόμους-, την άλογη σκέψη, τις κρυφές -αυτοθαμμένες- ερωτικές επιθυμίες, την αναζήτηση νέων λέξεων καθώς και την τόλμη της χρήσης καθημερινών φράσεων σε άλλες φόρμες.
   Για όσους σήμερα θεωρούν πως ο υπερρεαλισμός -και ο ντανταϊσμός ακόμα- είναι μια νεκρή, ξεπερασμένη μορφή έκφρασης, το βιβλίο αυτό μπορεί να τους φανεί αδιάφορο. Γι’ αυτούς όμως που συμμερίζονται την άνευ συνόρων -μα με όρια- ελευθερία της ατομικής συνείδησης, γι’ αυτούς που είναι πρόθυμοι να συντρέξουν και να συνταχθούν δίπλα σε συλλογικές δράσεις, το βιβλίο αυτό θέλει να στέκεται σύμμαχός τους, κραυγάζοντας πως μία άλλη πραγματικότητα είναι εφικτή και στέκει πέρα και πάνω από την επιφανειακή πραγματικότητα.

Μαρμαρυγή ή θεότητα
Όπως και να εκλάβει κανείς την έννοια της λέξης «στίλβη» ή «Στίλβη», ένα παραμένει σίγουρο: ΕΙΝΑΙ. Κι αυτό το «είναι» τρομάζει. Αυτό το «είναι» προτάσσει το στήθος του στις βδελυρές πρακτικές του «κρύψε να περάσουμε». Ο ποιητής, αν και βρίσκεται στο πρώτο του βιβλίο, είναι ολοκληρωμένος και αβίαστα στρατευμένος στο πρόταγμα των ντανταϊστών και υπερρεαλιστών όλων των εποχών. Ας μην βιαστούν, λοιπόν, οι επηρμένοι καθηγητές των διδακτορικών τίτλων, να περιχαρακώσουν στο όποιο ιστορικό πλαίσιο, την περιπέτεια που συνεχίζεται αδιαλείπτως κοντά έναν αιώνα.
   «Η ποίηση δεν έχει ανάγκη να εκφράσει μία πραγματικότητα. Είναι μία πραγματικότητα», μας θυμίζει ο κύριος Τυπάλδος μέσω του λόγου τού Tristan Tzara, που θέτει ως motto ή προμετωπίδα, εάν προτιμάτε, στο ποίημά του, «Φ Χ 3 = Φωτογραφία ˃ Φως ˃ Φωτιά». 
   Διότι, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης, στο κορυφαίο δοκίμιό του «Η μέθοδος του άρα»: «Μπορεί και η τέχνη να είναι μια αρρώστια, όπως θα μπορούσε να ήταν άλλη μία η υγεία των αγροτών για μας τους μεγαλοπολεόπληκτους. Όλα είναι σχετικά. Να μη λέμε όμως ότι είναι παράλογο μέσα σε πολέμους και σκοτωμούς ν’ ασχολούμαστε με λουλούδια και φεγγάρια. Να λέμε απλώς ότι προτιμούμε το ποδόσφαιρο. Επειδή ούτε για φεγγάρι ακριβώς πρόκειται όταν μιλεί ένας ποιητής ούτε οι πολέμοι κι οι σκοτωμοί είναι φαινόμενα που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην εποχή μας• ίδιοι ήταν ανέκαθεν. Αν στις μέρες μας ξενιζόμαστε περισσότερο μπροστά στη φαντασία είναι γιατί έχουμε γίνει νεόπλουτοι της μεγάλης μας συλλογιστικής ικανότητας, της περίφημης, που έφτασε να κατευθύνει διαστημόπλοια με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου αλλά παραμένει ανήμπορη μπροστά σε μια φράση διάφανη σαν το νερό. Τι να πει κανείς;».    

Προλετάριος ή λούμπεν ποιητής
Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην συγχύσει την επικεφαλίδα της παραγράφου με τον γνωστό -κατάπτυστο- μαρξιστικό όρο, «λούμπεν προλεταριάτο». Λούμπεν, για όσους γνωρίζουν, στη γερμανική γλώσσα σημαίνει κουρέλι. Ένα προλεταριακό κουρέλι, το λοιπόν, ο ποιητής. Ένα κουρέλι-πατσαβούρι που εκσφενδονίζεται στα μούτρα της επαναλαμβανόμενης, υποκριτικής, ματεριαλιστικής, μυξοκλαίουσας κοινωνίας της κρίσης.
   Διαβάστε, εάν σας το επιτρέπει ο υπερκαταναλωτικός καπιταλιστικός αναλφαβητισμός της «Κοινωνίας του Θεάματος» που δουλικά στα χρυσά παλάτια σας υπηρετείτε, δύο εκδοχές βιογραφίας.
   Πρώτη εκδοχή: «Ο Θ.Δ. Τυπάλδος δεν είναι παρά μία βάρκα… μία βάρκα που βοηθά τον Θωμά Πετρόπουλο να διασχίσει τα κύματα της φαντασίας και είναι μαζί το λυχνάρι του στους δρόμους του άγνωστου. Έχουν φιλοξενηθεί ποιήματά του και αποδόσεις του σε ποιήματα του Tριστάν Τζαρά στα διαδικτυακά μέσα ‘www.poiein.gr’ και ‘fteraxinasmag.wordpress.com’. Η σελίδα ‘easywriter.gr.’ έχει εκδώσει σε μορφή e-book τρία αφηγήματά του. Εντύπως, έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του στην περιοδική έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, Κλήδονας (τχ. 6, Μάιος 2015), και στην ανθολογία μοντέρνου υπερρεαλισμού ‘A Galaxy of Starfish’ του αγγλικού εκδοτικού οίκου Salò Press (αγγλικά και ελληνικά). Ζει στην Πάτρα. ‘Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης’ είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.».
   Δεύτερη εκδοχή: «Ο Θ. Δ. Τυπάλδος γεννήθηκε, ως Θωμάς Πετρόπουλος, στην Πάτρα, όπου συνεχίζει να ζει, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1975. Δεν έχει σπουδάσει τίποτα, με χίλια ζόρια τελείωσε την πρώτη τάξη του Λυκείου σε νυχτερινό σχολείο. Έχει κάνει πλήθος χειρωνακτικών δουλειών: από τη λαχαναγορά σε υπεραγορές χαμάλης, από πρατήρια καυσίμων σε διανομή φυλλαδίων και σ’ οτιδήποτε άλλο χθαμαλό επάγγελμα  μπορείτε να φανταστείτε, που εδώ στην Κύπρο έχουν αναλάβει οι δούλοι-μετανάστες που νοικιάζεται απ’ την Ασία, την Αφρική και από τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Εδώ και πέντε χρόνια είναι άνεργος.».
   Πριν πείτε κάτι, πριν χρησιμοποιήσετε τη λέξη «Ντανταϊσμός» ή «Υπερρεαλισμός», πριν αποφασίσετε να τη διδάξετε -αβρόχοις ποσίν- στις αυτιστικές αίθουσες των πανεπιστημίων σας, πριν πιάσετε το μολύβι να γράψετε… διαβάστε το παρακάτω ποίημα… και βροντοφωνάξτε, διαρρηγνύοντας τα χρυσοποίκιλτα ιμάτιά σας, ή κρατείστε, για το καλό σας, σιγή ιχθύος.      

«Ο αποκεφαλισμός του ποιητή»
Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σα το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του σιντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ 
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η ομίχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες