Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ

Από μπρος μου σαν γύφτικο σκερπάνι περνά η ζωή
Απλώνω τα χέρια μου να την αγγίξω-να την αγκαλιάσω
Μα τα χέρια μου είναι διάφανα
Τα χέρια μου είναι διάφανα
Κι από μέσα τους περνούν
Κουνούπια του Νείλου
Και στίγματα μού αφήνουν
Στίγματα ελονοσίας

Τα χέρια μου είναι διάφανα
Τα κουνούπια είναι μαλακισμένα

Οι μέρες είναι καυτή σούπα από ταχίνι
Κι ένας καλόγερος πύον χύνει
Στο σβέρκο μιας αμυγδαλιάς

Τα χέρια μου είναι διάφανα
Ο πούτσος μου μικροσκοπικός
Η ανάσα μου είναι βαλβίδες τριαξονικού
Η καρδιά μου είναι μια .
Το μυαλό μου μια -
. και -
42 χρονώ κι έχω λησμονήσει τι σημαίνει η λέξη "καύλα"
Εν πάσει περιπτώσει
Θα κυλιστώ σε κυλιόμενες σκάλες
Θα πάω κόντρα στο ρεύμα το ηλεκτρικό
Και ξέχασα να το αναφέρω:

-Τ‘ αστέρια κατασκευάζονται από σκατά αλόγων!
(Ω ναι! Δεν κάνω πλάκα! Από σκατά αλόγων!)

Σας το είπα πως τα χέρια μου είναι διάφανα;

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

στη φωτο έργο άγνωστου καλλιτέχνη

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΖΥΓΟ

Στη μεμβράνη μιας βαλίτσας
Πλαισιωμένης από κίναιδους υπερασπιστές μιας αφλόγιστης
   ονειροπάθειας
Ματαιόδοξοι αφέντες του καπνού
Που αναβλύζει από ριμαγμένα οστά
Μια κραυγή
Ένας πόθος
Μι‘ ανάμνηση
Τα φωνήεντα στη γραμμή του εύκολου πλουτισμού:

ααααα, εεεεεε, ηηηηη, ιιιιι, οοοοο, ωωωωω...
(το ύψιλον δηλώνει την αποΥσία)...

Κεραυνός σημαίνει σιωπητήριο
Οι υπνοβάτες αχινοί
Στα δυο τους πόδια περπατούν
Στο τραπέζι του μπλακ-Τζακ
Δώδεκα άγιοι τα φωτοστέφανά τους ποντάρουν

Απόψε θα αναζητήσω το φιλί μιας πόλης δίχως χέρια
   και με το στόμα της κεντημένο
   πάνω σε αόρατο γρασίδι

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: πίνακας της Eva Švankmajerová, 1987

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Νάνσυ Αγγελή-Μια μέρα απόλυτης ησυχίας

Ετεροχρονισμένα, διάβασα το βιβλίο με διηγήματα της Νάνσυ Αγγελή, "Μια μέρα απόλυτης ησυχίας" (εκδ. Παράξενες Μέρες), κι ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια γι‘ αυτό, όχι για κάποιον άλλο λόγο παραμόνο γιατί θεωρώ πως κάποιοι συγγραφείς του σήμερα οι οποίοι διατηρούν μία χαμηλών τόνων προσωπικότητα, δίχως καμιά έπαρση, χωρίς να προσπαθούν να πείσουν τον αναγνώστη πως αυτοί είναι οι νέοι Καβάφηδες, Λουντέμηδες ή όποιοι άλλοι νέοι κι είναι απλά ο εαυτός τους, και το γράψιμο γι‘ αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αναγκαιότητα να μιλήσουν και μια εξερεύνηση του δικού τους "εγώ". Να μιλήσουν για όλα όσα αφορούν την ατομική τους υπόσταση μέσα στο γενικό σύνολο, μες στην ολότητα του κόσμου. Η Νάνσυ γράφοντας, δημιουργεί αυτό ακριβώς το περίβλημα, αυτόν ακριβώς το στόχο θέτει, να μιλήσει για ‘κείνην, όχι αποκομμένη από το γενικό σύνολο, μα ενταγμένη μέσα του, (ενταγμένη μεν, όχι όμως αφομοιωμένη από μια κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού ή της αποστασιοποίησης του ατόμου από τα κακώς κείμενα ετούτης της κοινωνίας, αυτού του βάλτου όπου τα νερά μουχλιάζουν). Διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου, καθώς και την υποθετική εισαγωγή(;), της συγγραφέως, επηρεασμένος από την δική μου στάση έναντι της γραπτής δημιουργίας, αναρωτήθηκα πως μπορεί κάποιος να βρεί την έμπνευση μες στην καρδιά μιας μέρας με απόλυτη ησυχία. Τι είναι αυτό που τον κάνει να γράψει πλαισιωμένος απ‘ την απραξία; Την απάντηση την πήρα στην συνέχεια της υποθετικής αυτής εισαγωγής: πρώτα-πρώτα είναι η σιωπή! Η σιωπή είναι που μιλά. Η σιωπή έχει την δική της γλώσσα, τις δικές της λέξεις κι εσύ, πρέπει να έχεις αυτή την ικανότητα να την ακούσεις, να την κατανοήσεις για να την πλάσεις με τις λέξεις σα να ‘ταν ένα κομμάτι από μάρμαρο λεκτικό, κι εφόσον διαθέτεις την ικανότητα, να την σμιλέξεις, να της δώσεις την μορφή ενός αγάλματος από φράσεις, κι εν τέλει, να γεμίσεις τις σελίδες της δικής σου συνεύρεσης με το άγνωστο που πάντοτε κρύβει η σιωπή. Μετά την σιωπή, έρχεται η απόσταση. Η Νάνσυ διαμένει μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε κι αυτό -όπως είναι λογικό-, εύκολα σε μια μέρα απόλυτης ησυχίας, μπορεί να γεννήσει την νοσταλγία, τον πόθο του γυρισμού. Η γεννέτηρα της Νάνσυ, κάνει την εμφάνισή της στα διηγήματα που πλαισιώνουν αυτό το βιβλίο όχι μόνο ως ένα σημείο γης μα κι ως πρόσωπα αγαπημένα, (άλλωστε, έναν τόπο δεν των χαρακτηρίζουν οι φυσικές του ομορφιές όσο οι κάτοικοί του). Το ότι εμφανίζονται αγαπημένα πρόσωπα της συγγραφέως, δε το βλέπεις ξεκάθαρα, το αντιλαμβάνεσαι όμως, το συμπεραίνεις (είμαι σίγουρος πως το διήγημα "Το διαβατήριο", είναι μια άκρως αληθινή ιστορία, μια βιωματική εμπειρία, μα δεν πρόκειται να ψάξω την επιβεβαίωση γιατί αν μάθω την αλήθεια, θα χάσω την μαγεία). Ύστερα έρχεται η μοναξιά! Η μοναξιά! Αυτή η μικρή λέξη που τόσο φόβο χαρίζει στις καρδιές των ανθρώπων μα που μέσα της δημιουργήθηκαν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της τέχνης ανα τους αιώνες. Αχ, η μοναξιά! Τέλος, έρχονται η συντροφικότητα, ο γκρίζος ουρανός ή το θαλασσινό αγέρι. Εικόνες που πετούν γύρω μας, που για τους περισσότερους από μας δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια συνήθεια, μια κατάσταση δεδομένη ή απλά, κάποια φυσικά φαινόμενα. Για κάποιους όμως, είναι αυτή η σπίθα που βάζει φωτιά και καίει το είναι τους κι αυτό τους σπρώχνει στο να γράψουν, να ζωγραφίσουν, να χαρίσουν στην αιωνιότητα μια στιγμή τους και να μετατρέψουν τη στιγμή αυτή σε αιωνιότητα. Η Νάνσυ ομολογουμένως, στα διηγήματά της αυτά, κατάφερε να μετατρέψει τη στιγμή σε αιωνιότητα και το αντίθετο, στο μέγιστο βαθμό. Κάθε διήγημα αυτού του βιβλίου, είναι πάντα η ματιά, οι σκέψεις, τα πιστεύω της δημιουργού του και γι‘ αυτό σ‘ όλες τις ιστορίες η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Ακόμα κι αν ο αφηγητής είναι γένους αρσενικού, από πίσω είναι η Νάνσυ που μεταμφιέζεται σε άνδρα γιατί το απαιτεί η ανάπτυξη της ιστορίας. Πάντως, να είστε βέβαιοι, ακόμα κι όταν μιλά ένας άνδρας στα συγκεκριμένα διηγήματα, μιλά δανειζόμενος το είναι της Νάνσυ. Μπείτε στον κόπο να διαβάσετε τα δυο διηγήματα με ήρωα τον κύριο Χ (Ο Χ., Θάνατος από θαύμα) και θα δείτε με τον άψογο τρόπο αφήγησης ο οποίος μοιάζει σα να γίνεται όχι από ένα μα από δύο πρόσωπα (ο Χ. είναι χαρακτήρας μη υπαρκτός, είναι ήρωας-δημιούργημα κάποιου συγγραφέα) κι εκεί θα μπορέσετε να διαπιστώσετε τα λεγόμενά μου. Είναι αληθινά τιμή για την σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, να την υπηρετούν -δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η λέξη μα την χρησιμοποιώ μια και δεν έχω άλλη καλύτερη λέξη εύκαιρη να χρησιμοποιήσω-, άνθρωποι σαν τη Νάνσυ Αγγελή. Το τι επιφυλάσσει το μέλλον για την Νάνσυ και τι η ίδια έχει κατα νου να προσφέρει στην τέχνη του λόγου, ελπίζω να είμαι σε θέση να το διαπιστώσω, όταν κι όποτε αυτό γίνει γεγονός, μέχρι τότε:

ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ Ν‘ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ!