Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειοθετούμενης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ‘ αγαπώ
ενός σεντουκιού ιωδίου
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
οι στάχτες
του κρόνιου ορισμού
μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδoς
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: Toyen, War, 1945

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Κ. ΡΕΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ "ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΛΒΗΣ"

Περιθωριακά Με τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου

Θ. Δ. Τυπάλδος: «Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης»

Σε μια εποχή που ο λόγος προέχει του πνεύματος, που η επιβίωση ανάγεται σε ριψοκίνδυνη ακροβασία πάνω απ’ την άβυσσο, και που η εικόνα θάβει την ουσία, «Τα Μάτια της Στίλβης» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2016),  δεν είναι μόνο θολωμένα αλλά και δακρυσμένα.

Βέλο του πένθους μα όχι για μεμψιμοιρία, αλλά για αντίδραση σε επίπλαστες χαρές. Σαν όπλα ενάντια στη μίζερη πραγματικότητα η ποίηση του Θ.Δ. Τυπάλδου προτάσσει το μαύρο χιούμορ, τη φαντασία, το όνειρο -όχι αποκομμένο από την αλήθεια αλλά συμβαδίζοντας μαζί της σε ανηφορικούς δρόμους-, την άλογη σκέψη, τις κρυφές -αυτοθαμμένες- ερωτικές επιθυμίες, την αναζήτηση νέων λέξεων καθώς και την τόλμη της χρήσης καθημερινών φράσεων σε άλλες φόρμες.
   Για όσους σήμερα θεωρούν πως ο υπερρεαλισμός -και ο ντανταϊσμός ακόμα- είναι μια νεκρή, ξεπερασμένη μορφή έκφρασης, το βιβλίο αυτό μπορεί να τους φανεί αδιάφορο. Γι’ αυτούς όμως που συμμερίζονται την άνευ συνόρων -μα με όρια- ελευθερία της ατομικής συνείδησης, γι’ αυτούς που είναι πρόθυμοι να συντρέξουν και να συνταχθούν δίπλα σε συλλογικές δράσεις, το βιβλίο αυτό θέλει να στέκεται σύμμαχός τους, κραυγάζοντας πως μία άλλη πραγματικότητα είναι εφικτή και στέκει πέρα και πάνω από την επιφανειακή πραγματικότητα.

Μαρμαρυγή ή θεότητα
Όπως και να εκλάβει κανείς την έννοια της λέξης «στίλβη» ή «Στίλβη», ένα παραμένει σίγουρο: ΕΙΝΑΙ. Κι αυτό το «είναι» τρομάζει. Αυτό το «είναι» προτάσσει το στήθος του στις βδελυρές πρακτικές του «κρύψε να περάσουμε». Ο ποιητής, αν και βρίσκεται στο πρώτο του βιβλίο, είναι ολοκληρωμένος και αβίαστα στρατευμένος στο πρόταγμα των ντανταϊστών και υπερρεαλιστών όλων των εποχών. Ας μην βιαστούν, λοιπόν, οι επηρμένοι καθηγητές των διδακτορικών τίτλων, να περιχαρακώσουν στο όποιο ιστορικό πλαίσιο, την περιπέτεια που συνεχίζεται αδιαλείπτως κοντά έναν αιώνα.
   «Η ποίηση δεν έχει ανάγκη να εκφράσει μία πραγματικότητα. Είναι μία πραγματικότητα», μας θυμίζει ο κύριος Τυπάλδος μέσω του λόγου τού Tristan Tzara, που θέτει ως motto ή προμετωπίδα, εάν προτιμάτε, στο ποίημά του, «Φ Χ 3 = Φωτογραφία ˃ Φως ˃ Φωτιά». 
   Διότι, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης, στο κορυφαίο δοκίμιό του «Η μέθοδος του άρα»: «Μπορεί και η τέχνη να είναι μια αρρώστια, όπως θα μπορούσε να ήταν άλλη μία η υγεία των αγροτών για μας τους μεγαλοπολεόπληκτους. Όλα είναι σχετικά. Να μη λέμε όμως ότι είναι παράλογο μέσα σε πολέμους και σκοτωμούς ν’ ασχολούμαστε με λουλούδια και φεγγάρια. Να λέμε απλώς ότι προτιμούμε το ποδόσφαιρο. Επειδή ούτε για φεγγάρι ακριβώς πρόκειται όταν μιλεί ένας ποιητής ούτε οι πολέμοι κι οι σκοτωμοί είναι φαινόμενα που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην εποχή μας• ίδιοι ήταν ανέκαθεν. Αν στις μέρες μας ξενιζόμαστε περισσότερο μπροστά στη φαντασία είναι γιατί έχουμε γίνει νεόπλουτοι της μεγάλης μας συλλογιστικής ικανότητας, της περίφημης, που έφτασε να κατευθύνει διαστημόπλοια με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου αλλά παραμένει ανήμπορη μπροστά σε μια φράση διάφανη σαν το νερό. Τι να πει κανείς;».    

Προλετάριος ή λούμπεν ποιητής
Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην συγχύσει την επικεφαλίδα της παραγράφου με τον γνωστό -κατάπτυστο- μαρξιστικό όρο, «λούμπεν προλεταριάτο». Λούμπεν, για όσους γνωρίζουν, στη γερμανική γλώσσα σημαίνει κουρέλι. Ένα προλεταριακό κουρέλι, το λοιπόν, ο ποιητής. Ένα κουρέλι-πατσαβούρι που εκσφενδονίζεται στα μούτρα της επαναλαμβανόμενης, υποκριτικής, ματεριαλιστικής, μυξοκλαίουσας κοινωνίας της κρίσης.
   Διαβάστε, εάν σας το επιτρέπει ο υπερκαταναλωτικός καπιταλιστικός αναλφαβητισμός της «Κοινωνίας του Θεάματος» που δουλικά στα χρυσά παλάτια σας υπηρετείτε, δύο εκδοχές βιογραφίας.
   Πρώτη εκδοχή: «Ο Θ.Δ. Τυπάλδος δεν είναι παρά μία βάρκα… μία βάρκα που βοηθά τον Θωμά Πετρόπουλο να διασχίσει τα κύματα της φαντασίας και είναι μαζί το λυχνάρι του στους δρόμους του άγνωστου. Έχουν φιλοξενηθεί ποιήματά του και αποδόσεις του σε ποιήματα του Tριστάν Τζαρά στα διαδικτυακά μέσα ‘www.poiein.gr’ και ‘fteraxinasmag.wordpress.com’. Η σελίδα ‘easywriter.gr.’ έχει εκδώσει σε μορφή e-book τρία αφηγήματά του. Εντύπως, έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του στην περιοδική έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, Κλήδονας (τχ. 6, Μάιος 2015), και στην ανθολογία μοντέρνου υπερρεαλισμού ‘A Galaxy of Starfish’ του αγγλικού εκδοτικού οίκου Salò Press (αγγλικά και ελληνικά). Ζει στην Πάτρα. ‘Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης’ είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.».
   Δεύτερη εκδοχή: «Ο Θ. Δ. Τυπάλδος γεννήθηκε, ως Θωμάς Πετρόπουλος, στην Πάτρα, όπου συνεχίζει να ζει, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1975. Δεν έχει σπουδάσει τίποτα, με χίλια ζόρια τελείωσε την πρώτη τάξη του Λυκείου σε νυχτερινό σχολείο. Έχει κάνει πλήθος χειρωνακτικών δουλειών: από τη λαχαναγορά σε υπεραγορές χαμάλης, από πρατήρια καυσίμων σε διανομή φυλλαδίων και σ’ οτιδήποτε άλλο χθαμαλό επάγγελμα  μπορείτε να φανταστείτε, που εδώ στην Κύπρο έχουν αναλάβει οι δούλοι-μετανάστες που νοικιάζεται απ’ την Ασία, την Αφρική και από τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Εδώ και πέντε χρόνια είναι άνεργος.».
   Πριν πείτε κάτι, πριν χρησιμοποιήσετε τη λέξη «Ντανταϊσμός» ή «Υπερρεαλισμός», πριν αποφασίσετε να τη διδάξετε -αβρόχοις ποσίν- στις αυτιστικές αίθουσες των πανεπιστημίων σας, πριν πιάσετε το μολύβι να γράψετε… διαβάστε το παρακάτω ποίημα… και βροντοφωνάξτε, διαρρηγνύοντας τα χρυσοποίκιλτα ιμάτιά σας, ή κρατείστε, για το καλό σας, σιγή ιχθύος.      

«Ο αποκεφαλισμός του ποιητή»
Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σα το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του σιντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ 
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η ομίχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες