Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΟΥΛΙΑΣ: ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, (εκδ:ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ)

Πόσο υποκειμενική ματιά μπορεί να διαθέτει κάποιος για ένα βιβλίο, το οποίο περίμενε να γίνει πραγματικότητα περίπου δύο χρόνια και κάτι; Από την άλλη, πόση αντικειμενικότητα μπορεί να διακατέχει ένα βιβλίο που τιτλοφορείται “Προϊστορία για έναν”;

Για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού, η απάντηση δεν θα δοθεί -όχι, τουλάχιστον, με άμεσο τρόπο-. Για το δεύτερο, η απάντηση είναι: ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ! Η “Προϊστορία για έναν” μπορεί να προσδίδει σαν τίτλος μια ατομική έκφανση, δεν προσδίδει όμως ατομισμό. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με έναν Stirner, δεν ομιλούμε για κάποια ιδιοκτησία ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ, έχουμε να κάνουμε, όμως, με τη δημόσια παρακαταθήκη ενός ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ -υποκειμενικότητα; Μπορεί να εκφράζω μια άκρως υποκειμενική κρίση, εκφράζω πάντως τη δική μου κρίση- ΠΟΙΗΤΗ, που ακούει στο όνομα Πάνος Κουτούλιας. Ο Κουτούλιας είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση εικοσάχρονου ποιητή (καλό είναι να ξεχωρίσουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ σε τούτη την χώρα πως άλλο πράγμα είναι να γράφεις ποίηση και εντελώς άλλο το να είσαι ποιητής: ποιητής σημαίνει μουσκεύω στο μελάνι, μα πρωτίστως ζω την ποίηση, την διδάσκομαι στην κάθε μου μέρα και στην κάθε μου ανάσα - μεταγγίζω μελάνι στις αρτηρίες μου και χωροταξινομώ μάτια και μυαλό με λέξεις, δικές μου μα και των άλλων). Είναι λοιπόν ένας ποιητής, ένας ποιητής ΑΠΟΛΥΤΡΩΜΕΝΟΣ, κι εξηγούμαι: ο Walter Benjamin λέει πως "μόνο η απολυτρωμένη ανθρωπότητα είναι βέβαια σε θέση να δεχτεί ολοκληρωτικά το παρελθόν της". Έτσι ακριβώς και ο απολυτρωμένος ποιητής, είναι σε θέση να δεχτεί ολοκληρωτικά το παρελθόν του - να το δεχτεί, όχι να γονατίσει μπροστά του σαν τον σκλάβο, που αμίλητος θα υπομείνει το μαστίγιο που θα χαράξει το "είναι" του· και ο Κουτούλιας είναι πρώτα ένας απολυτρωμένος ποιητής και μετά ένας ιερόσυλος. ΠΡΟΣΟΧΗ! Μην παρεξηγηθεί η λέξη "ιερόσυλος". Ο ιερόσυλος, ως επιθετικός προσδιορισμός, χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο ο οποίος βεβηλώνει έναν ιερό χώρο προς ίδιον όφελος. Ο Κουτούλιας βεβηλώνει ό,τι αγαπά -στην προκειμένη περίπτωση την ποίηση στο όποιο ύφος της, μια και η γνώση του πάνω σ‘ αυτή είναι απίστευτα μεγάλη-όχι για κάποιο προσωπικό όφελος, όχι για μικροπρεπείς σκοπούς, μα για να την πάει ένα βήμα παρακάτω. Γνωρίζοντας τον Κουτούλια, ξέρω πολύ καλά την αγάπη που είχε πάντα για το Dada και τον υπερρεαλισμό, μα, ταυτόχρονα, αγαπάει και τον ρομαντισμό, και τον κλασικισμό, τον παρνασσισμό, τον υπαρξισμό, πράγματα ανόμοια μεταξύ τους - κι όμως, ο Κουτούλιας μπορεί και τα φέρνει εντός του και, πραγματικά κατέχοντάς τα, πάει τη γραφή του, μα και την ίδια την ποίηση, ένα βήμα πιο πέρα -ενδεχομένως και περισσότερα-. Έχει μια απαράμιλλη δυνατότητα να πετάει από το ένα είδος στο άλλο, δίχως να χάσει πουθενά το ηχόχρωμα και την τονικότητά του, σε κανένα σημείο. Πολλές φορές, διαβάζοντας ποιήματά του, διαβάζεις τη μουσικότητα των λέξεών του. Ένα νταπ-νταπ-νταπ ομογενοποιείται με μοναδική ευχέρεια, ένα γοργό νταπ-νταπ-νταπ, που καταλήγει σε ένα μακρόσυρτο νταππππππππππ, που σ‘ αφήνει εν κατακλείδι άφωνο, αμετακίνητο στη θέση σου, να μην ξέρεις αν τελικά διάβασες ένα ποίημα ή άκουσες μια μακρινή, επίγεια μουσική σύνθεση – αν απήγγειλες ή τραγούδησες· τραγούδησες ή χόρεψες δίχως να χορέψεις. Σ‘ αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του Κουτούλια, βρίσκει κανείς εύκολα την κληρονομιά που άφησε στην παγκόσμια ποίηση λ.χ. ο Μαλλαρμέ, κι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα του απολυτρωμένου ποιητή που ολοκληρωτικά έχει δεχθεί το παρελθόν του, διότι οι επιρροές του Κουτούλια είναι πολλές, μα δεν είναι εμφανείς. Ο Κουτούλιας αγαπά, δεν μιμείται. Και μετά έρχεται η αφιέρωση στη μνήμη του Νίκου Καρούζου, άλλη μια πηγή έμπνευσης - άλλο ένα “απολύτρωσης στοιχείο”. Αν θα μπορούσα να φανταστώ την ποίηση ως μία τάξη σχολαρχείου, τον Καρούζο και τον Κακναβάτο καθηγητές και τον Κουτούλια μαθητή τους, είμαι σίγουρος πως παρότι θα ήταν ο πιο ταραξίας στην τάξη, θα ήταν, ταυτόχρονα, και ο πιο αγαπημένος τους μαθητής, μια και θα διέκριναν εύκολα πως οι σκανταλιές του προέρχονται από το ανήσυχο πνεύμα που τον κατακυριεύει, ενώ θα διέκριναν με μεγάλη ευκολία και τον σεβασμό του έναντι αυτών και της ποίησης. Φευ! Ας πάμε παρακάτω παρακαλώ σας! Ας μιλήσουμε λίγο για το καυστικό χιούμορ του ποιητή, το καυστικό, το σαρκαστικό, μα ουχί εκλαϊκευμένο ή επιτηδευμένο, χιούμορ, το σχεδόν βλάσφημο χιούμορ του. Στίχοι σαν τους παρακάτω ακουμπούν το υπερρεαλιστικό στοιχείο (το ακουμπούν μα δεν εμμένουν σ' αυτό): “Οι γονείς μας μάς συνέλαβαν /το να μας καταλάβαιναν, κιόλας, / θα ‘ταν τουλάχιστον γελοίος /πλεονασμός” (“Μια θλίψη στην τιμή των δύο”), “Αυτό το διάφραγμα δεν είναι να στηρίζεσαι· / θολή γκραβούρα / μιας πάλαι πότε υπακοής, / μιας υπό αμφισβήτηση υπηκοότητας. / Ασκεί τον τουρισμό του / στα τεθωρακισμένα μου” (“Ακριβές”), “της πιο κατατρεγμένης ευτυχίας / το τέχνασμα / -πρόσχωμεν-” (“Ψυχογραφία για πολλούς”). Μετά το καυστικό χιούμορ, έρχεται συνήθως ο κλαυσίγελος: “Κι ούτε και παίζουμε στο "Saw" / να μας διδάξουν /διεφθαρμένες μαριονέτες ενσυναίσθησης / τ' αρνητικά μεγέθη των παθών μας” (“Ιστορικό”), “Μία Ζωή / τι την έχετε; [...] Έναν Θάνατο /ακουστά τον έχετε;” (“Σπασμωδικό μου”). Αυτό το αβίαστο, το σχεδόν ακατέργαστο χιούμορ του Κουτούλια, που με ευκολία προκαλεί εξίσου το γέλιο, μα και το δάκρυ... Αυτή η καυστικότητα, που ακουμπά τον κλαυσίγελο... Αυτός ο ατομικισμός (για να επανέλθω στην αρχή του κειμένου και στον τίτλο της συλλογής), που ακουμπά τα κοινωνικά πεπραγμένα, μιας κοινωνίας αντικοινωνικής που “σκοτώνει τα παιδιά της” (βλ. τα ποιήματα “So”, “Αντικοινωνική Μπαλάντα”) και, έπειτα, αφού κείτονται σκοτωμένα από τις ίδιες τις σφαίρες της, τα στιγματίζει κιόλας ως “αντικοινωνικά”· αυτή η κατεξοχήν αντικοινωνική κοινωνία, του στείρου υλισμού και του ραγιαδισμού (μα ειλικρινά, είναι για γέλια αυτή η κοινωνία και είναι και για κλάματα). Αυτή η ίδια κοινωνία μετατρέπει τον Κουτούλια σε έναν γελωτοποιό που κλαίει από τα γέλια και σε έναν τραγωδό που οδύρεται με κλάματα γοερά - κλάματα αντικομφορμιστικά, άνευ καθιερωμένων και συμβατικών ορίων· και ο ίδιος με ευχαρίστηση αποδέχεται αυτόν τον ρόλο (η αποδοχή αυτή είναι, άλλωστε, και η μοναδική του παραχώρηση απέναντί της), κι έχει τον λόγο του που το κάνει αυτό. Ο Κουτούλιας δεν γνωρίζει οριοθετήσεις έξωθεν παραγόντων, τα όρια τα θέτει ο ίδιος, όταν και εάν πρέπει, και, ως ασυμβίβαστος τροβαδούρος, τα θέτει έτσι ώστε να καθίστανται ορατά μόνο για εκείνον. Όσοι φοβάστε το εκτός των μαζών ατομικό "γίγνεσθαι", παρακαλώ προσπεράστε δίχως να βγάλετε μιλιά. Προς υπεράσπιση των λεγομένων μου, μα και του ίδιου του Κουτούλια, καλώ για μάρτυρα τον κύριο Ουίλιαμ Μπάροουζ, να καταθέσει την προσωπική του μαρτυρία για το ποια ακριβώς είναι τα χαρακτηριστικά της γραφής (μας είναι, βέβαια, παντελώς αδιάφορο αν αναφέρεται σε πεζογράφημα ή σε ποίημα, παρ' όλ' αυτά ας σημειωθεί πως πρόκειται για απόσπασμα από το βιβλίο του "Γυμνό Γεύμα"· είναι γεγονός πως τα ίδια λόγια μπορούν να αφορούν και το έργο ενός ποιητή, εν προκειμένω του Κουτούλια): "Μόνο για ένα πράγμα μπορεί να γράψει ο συγγραφέας: για εκείνο που στέκει μπροστά από τις αισθήσεις του τη στιγμή που γράφει... Είμαι ένα όργανο καταγραφής... Δεν θεωρώ ως δεδομένο πως πρέπει να πλασάρω 'υπόθεση' 'πλοκή' 'ροή σεναρίου' και δεν το αποτολμώ... Εφόσον καταφέρνω να καταγράψω Απευθείας τις διεργασίες ορισμένων περιοχών του ψυχισμού τότε μάλλον επιτελώ συγκεκριμένη λειτουργία... Δεν ήρθα για να σας διασκεδασω". Ακριβώς! Δεν ήρθε ο Πάνος για να σας διασκεδάσει! Αν ντύνεται κάπου-κάπου γελωτοποιός, δεν το κάνει για να σας διασκεδάσει, το κάνει για να καγχάσει με τα κακώς κείμενα. Το κάνει για να εξιλεώσει και να εξιλεωθεί. Το κάνει για να αποποιηθεί τη γελοιότητα του "σοβαρού". Το κάνει για να μετατραπεί σε καθρέπτης της γελοιότητας του όλου πράγματος. Το κάνει, εν τέλει, γιατί του αρέσει η αμφίεση και η παντομίμα των δρόμων που δακρύζουν και των αδιεξόδων που συγκρούονται με τη φρίκη.

Οφείλω, όμως, να σταθώ και στην τεχνοτροπία των θαυμάσιων αυτών ποιημάτων· σε καθένα από αυτά, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τα διαφορετικά στοιχεία και τις ετερόκλητες επιρροές που συγκεντρώνει ο Κουτούλιας. Με εξέπληξε, ομολογώ, ο πλουραρισμός που υπάρχει σε αυτό το βιβλίο, ο πλουραρισμός που κινείται από το χαϊκού στην ποιητική πρόζα (ή, πρόζα σε ποιητικό λόγο - διαβάστε το εκπληκτικό "Παροξυσμός για αμφίβολο νυχτοκάματο", ένα ποίημα θεατρικό μονόπρακτο, ή, ένα θεατρικό μονόπρακτο σε ποίημα), με την ευκολία που ένα γεράκι χυμάει στο θήραμά του. Οι εικόνες σε κάθε ποίημα εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα, ενώ τα συναισθήματα σε παρασύρουν δίχως εκβιαστικά μέσα -απλά σε αρπάζουν, σε κάνουν δικό τους και στο τέλος κάνουν τις αισθήσεις σου έρμαιο των νοημάτων τους. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη γραφή του Πάνου, μα τίποτα και εννοώ ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι προμελετημένο. Ο όρος "αρχή του ενός" παίρνει, εδώ, εντελώς διαφορετική χροιά απ' την καθιερωμένη. Δεν υπάρχει εξαναγκασμός, απειλή ή δωροδοκία για το προσωπικό σου "συναισθάνεσθαι" στα υποφαινόμενα ποιήματα, εδώ υπάρχει η αβίαστη, εθελούσια εκτίναξη των δικών σας συναισθημάτων. Η έκρηξη είναι τα δικά σας συναισθήματα, που ομογνωμούν με εκείνα των λέξεων που παρουσιάζονται ενώπιόν σας. Η ποίηση του Κουτούλια είναι απλά το φυτίλι που ώθησε αυτήν την έκρηξη, τα συναισθήματα τα οποία a priori διαθέτατε, ίσως όμως να μην τους είχατε δώσει τη δίοδο που χρειάζονταν ώστε να αποκαλυφθούν μέσα – έξω και πέρα από εσάς. Ο Κουτούλιας είναι ο πίδακας που εκτόξευσε το δικό σας "συναισθάνεσθαι" σε άλλα επίπεδα, σε άλλες διαστάσεις. Τελειώνοντας, μπορώ εύκολα να πω πως οι λέξεις “Προϊστορία” και “Ένας” από σήμερα διαθέτουν μια άλλη μελωδικότητα, μια περισσότερο εύηχη ταξινόμηση, μια ταξινόμηση μέσα στην υπέροχη αταξία που μόνο η ελευθερία μπορεί να διαθέτει και -μη το ξεχνάμε ποτέ αυτό- η ποίηση είναι η αδερφή της ελευθερίας – μα, όπως είναι γνωστό, η ελευθερία είναι κάτι το απροσδιόριστο, κι αυτό ακριβώς είναι και η ποίηση (του Κουτούλια και γενικά). Κι όπως είπε και ο Λόρκα:

"Μα τι να σου πω για την Ποίηση; Τι να σου πω γι‘ αυτά τα σύννεφα, γι‘ αυτό τον ουρανό; Να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω, να τα κοιτάζω και τίποτ‘ άλλο".

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

ΚΕΝΕΘ ΚΑΙ ΚΑΘΡΙΝ

Το παγωμένο σώμα του Κένεθ, έμενε ακίνητο πάνω στα ποτισμένα από αίμα, ιδρώτα και σπέρμα σεντόνια του κρεβατιούτου φριχτού και φθηνού δωματίου του motel που βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Το αχανές και καρφωμένο στο μηδέν παγωμένο του βλέμμα, αποκάλυπτε με τον πιο καθάριο κι αδιαμφισβήτητο τρόπο το τι εί- χε προηγηθεί λίγη ώρα πριν.Εξουθενωμένη ολότελα πλέον η Κάθριν, είχε βουλιάξει στην πολυθρόνα αντίκρυ τουκρεβατιού. Μοναδική της κίνηση ζωντανού ανθρώπου, εκείνη που έκανε με τ' ακροδάχτυλά της, για να φέρει το τσιγάρο στο στόμα. Ένοιωθε το απόλυτο κενό να της πλυμμηρίζει τη ψυχή. Αδύνατο, -σχεδόν ανύπαρκτο- το γυμνό της κορμί, είχε παραδoθεί στην αδράνεια και την αδιαφορία, για όλα όσα πριν λίγο είχαν συμβεί (δεν είχαν πια κανένα απολύ-τως νόημα για 'κείνη, καμιά ουσία και η συναίσθηση των πάντων, νεκρή).Η ώρα περνούσε και τα δυο κορμιά, στέκονταν ακίνητα το ένα απέναντι στο άλλο, ανίκανα για το οτιδήποτε, (δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να κάνουν πια και οι δυο μαζί). Έξω απ' το δωμάτιο, ακούστηκαν τα γέλια κάποιου άλλου ζευγαριού. Φευγαλέα γέλια που για την Κάθριν, ήχησαν σαν το πρωινό ξυπνητήρι, ακουμπισμέ- νο στο κομοδίνο της σαστισμένης της ψυχής, σκοτώνει το γλυκό της ύπνο και ξυπνάει το φιλήδονο πόθο, την ηδονοπάθεια του καταπιεσμένου της"εγώ".
"Σήκω! Σήκω λοιπόν, τι περιμένεις; Σήκω τώρα!"Με αργές κινήσεις, στηριγμένη στα χέρια της πολυθρόνας, σηκώθηκε. Πέρπατησε τα λίγα εκατοστά που τη χώριζαν απ' το κρεβάτι, σαν να είχε να περπατήσει απ' τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη. Έμοιαζαν οι βαριές της κινήσεις, αποκομμένες από 'κείνη. Βήματα δικά της, που θα ήθελε να είναι κάποιου άλλου. (Πολλές φορές, τα μέτρα, λογίζονται σε χιλιόμετρα, κι είναι αυτές οι φορές που θα προτιμούσε ο καθένας από μας, να ήταν νεκρός, έτσι ώστε, κάποιοι άλλοι να έκαναν τα δικά μας βήματα, φορτωμένοι στους ώμους τους, τη δική μας σωρό και τις νεκρές μας επιθυμίες). Στάθηκε για λίγο πάνω απ' το παγωμένο σώμα του Κένεθ. Έμεινε να τον κοιτάζει σαννα ήταν η πρώτη της φορά που έπεφτε πάνω του το λάγνο βλέμμα της. Τον περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια, τον άνδρα που τόσο καλά ήξερε, μα που ποτέ της δεν κατάφερε να γνωρίσει
Τράβηξε το σεντόνι που είχε καλύψει τον παγωμένο γυμνό του πούτσο. Τώρα στεκότανε έμπροσθεν της ολόγυ-μνος κι αδύνατος πλέον ν' αντιδράσει στη δική της σκληρή κι απολυταρχική εξουσία. Μπορούσε να κάνει ο,τι-δήποτε αυτή κι αν ήθελε πάνω του, χωρίς εκείνος να μπορεί να βάλει τους δικούς του πρόστυχους,σαδιστικούς του όρους και κανόνες. Θα έθετε τώρα, τα δικά της σχέδια πάνω στον πιο αδηφάγο πόλεμο που όλοι στη ζωή μας, έχουμε βιώσει: στον αδηφάγοπόλεμο του έρωτα... Ανέβηκε στο κρεβάτι. Γονάτισε ανάμεσα στα σκέλια του και με τις πιο αποφασιστικές και σταθερές κινήσεις που είχαν κάνει ποτέ σε ολάκερη τη ζήση της, -ως αυτή την πρωτόγνωρη στιγμή-, τα χέρια της, πήρε στη χούφτα της τον κρύο, νεκρό πούτσο του Κένεθ, και με αργές, αισθησιακές κινήσεις, άρχισε ν' ανεβάζει το την κρύα σά-ρκα με την ανύπαρκτη πια, γεννετίσια ορμή του, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, σαν να περίμενε η καύλα, να δημιουργήσει την ολοκληρωμένητου στύση, και να ξεπεράσει αυτή η συγκεκριμένη στύση, την όποια άλλη καύλα, την καύλα του όποιου άλλου ζωντανού, ή νεκρού οργανισμού σ' αυτόν τον πλανήτη.Κι αφου περιεργάστηκε τον νεκρό πούτσο του Κένεθ, τότε έκανε κάτι που θα σας φανεί ακόμη πιο αισχρό και διεστραμμένο: άρχισε να παίρνει τον νεκρό πούτσο στο στόμα της και γεμάτη από λαγνεία, άρχισε να κάνει το καλύτερο τσιμπούκι που θα μπορούσε να σκεφτεί πως θα έκανε ποτέ της. Άρχισε να του το γλύφει ολοένα και πιογρήγορα καθώς ταυτόχρονα, το αριστερό της χέρι, το έβαλε ανάμεσα στα μπούτια της, κι αργά-αργά, άρχισε να χαϊδεύει μουνίτης, αργά, γεμάτη με αισθησιασμό, ξεσήκωσε τις αισθήσεις και τα πιο ζωώδη και καταπιεσμέ-να της ένστικτα. Τ' ακροδάχτυλα της, γευόντουσαν τους χυμούς του κορμιού της, που είχαν δειλά- δειλά, αρχίσει να ξεχύνονται από το ζεστό μουνί της, δροσίζοντας τη σάρκα των ποδιών της, σιγά-σιγά. (Λίμνη που γεμίζει με το αιώνιο νερό που μόνο ο ασυμβίβαστος έρωτας μπορεί να προσφέρει στους διψασμένους οδοιπόρουςτης έρημης αλήθειας. Η όαση του Όλου). Το φως της επιγραφής του motel, πέφτοντας πάνω στο γυμνό της κορμί, χάραζε στο δέρμα της ένα tatoo διαφημιστικής εκσπερμάτωσης μιας κοινωνίας μες στην οποία, μια ζωή πορεύτηκε, μιας κοινωνίας,που τώρα ήταν στην καρδιά της μέσα, ως μέλος της ήταν παρουσία παρούσα και απούσα, την ίδια αυτή, στιγμή... τη στιγμή που εκείνη σκότωνε, ήθη και συνήθειες.Χαϊδεύοντας τα μουσκεμένα της μουνόχειλα στην αρχή, ακούμπησε την πρώτη πύλη του δικού της παραδεί-σου. Στη συνέχεια, με μανία άρχισε να τα πιέζει ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα. Τα πίεσε με τέτοια δύναμη που ο οργασμός που μέσα της γεννήθηκε, σαν μια ερωτογενή λάβα, της έκαψε τα σωθικά. Άφησε από το στόμα της το νεκρό του πούτσο κι απ' τα χείλη τηςδραπέτευσε, ένας μικρός αναστεναγμός, μιας παμμέγιστης απόλαυσης.
Μετά από αυτό το χάδι καύλας, έχωσε το μεσαίο της δάχτυλο στην καυτή τρύπα του μουνιού της, απαλά κι α-ργά πάντα στην αρχή, ολο βία και φρενήρη ρυθμό στη συνέχεια - επιφανειακά στην αρχή κι ολο πιο βαθιά, ολο πιο γρήγορα, στη συνέχεια... βαθύτερα, γρηγορότερα: κινήσεις δώρο στον εαυτό της και προσφορά στο βωμό της αυτοσχέδιας καύλας. Δευτερόλεπτα μετά που ώρες έμοιαζαν, μέσα στο μουνί της, είχαν χωθεί εκτός του μεσαίου της δαχτύλου, και άλλα δυο δάχτυλα της, κι έτσι, οι κινήσεις της έμοιαζαν διείσδυση στο ποτάμι της αυτοϊκανοποίησης.Καθώς συνέχιζε μ' όλο της το σθένος, μ' όλη της τη μανία ν' ασελγεί πάνω στο αιμόφυρτο σώμα, που κάποτε ήταν ο Κένεθ, οι μνήμες από το 'χθες, ξεπετάχθηκαν στ' αυλάκια του μυαλού της, κάνοντας τη μανία της εντονότερη. Πλέον έμοιαζε να μην της αρκεί ο πεοθηλασμός, μα αν μπορούσε να κατασπαράξει το άθλιο αυτό μόριο, θα το έκανε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Θα το έκανε, για να εκδικηθεί για όλες εκείνες τις προσβολές και τις βρισιές. Για όλα εκείνα τα βράδια που εκείνος γυρνούσε μεθυσμένος και ηττημένος απ' τα μπαρ και τις χαρτοπαικτικές λέσχες και ξεσπούσε πάνω της, χτυπώντας την, βιάζοντας τη ψυχή και το κορμί της, Τότε ήταν αδύνατη και τρομοκρατημένη. Τώρα πια, δεν είναι. Κάτω απ' τα κλειστά της βλέφαρα οι κόρες των ματιών της, συστέλλονταν και διαστέλλονταν, σύμφωνα με τους ρυθμούς που οι πολλαπλοί οργασμοί της χάριζαν. Κάθε οργασμός της και μια μικρή της νίκη στη διαμάχη της με τα πρέπει και τα μη, μιας ολόκληρης ζωής. Γαμήσου κοινωνία! Γαμήσου, όπως ακριβώς γαμιέται κι αυτό εδώ το νεκρό κορμί! Είσαι εξίσου το ίδιο κι εσύ νεκρή όσο κι αυτό!
Τώρα η συγχορδία τσιμπουκιού κι αυνανισμού, ανέβαζαν τους ερωτικούς ρυθμούς που έκαναν το ζωντανό γυ-ναικείο σώμα να πάλλεται να χορεύει σε μια άηχη μουσική συμφωνία με μαέστρο τον έρωτα και όργανα μουσικά την κοπέλα κι ένα πτώμα.
Γρηγορότερα πλέον, τα υπέροχα γυναικεία δάχτυλα, μπαινόβγαιναν στο καυτό, υγρό της μουνί και συγχρόνως, ολοένα γρηγορότερα, το στόμα της, ανεβοκατέβαινε στον ακόμα πιοψυχρό, ακόμα πιο νεκρό πούτσο. Δάχτυλα-μουνί, στόμα-πούτσος, δάχτυλα-μουνί, στόμα-πούτσος...

Σε λίγη ώρα η Κάθριν, είχε γνωρίσει την τέλεια ηδονή και πάνω στα ιδρωμένα, ματωμένα και γεμάτα σπέρμα σεντόνια, είχε αφήσει την πιο ευχάριστη κραυγή να χυθεί πάνω στ' ακόλαστο κρεβάτι, στο κολασμένο δωμάτιο, στο λαβύρινθο της καύλας και δίπλα της ένα νεκρό ανδρικό σώμα που καμιά απόλαυση δεν είχε τώρα αυτό γευτεί: το νεκρό σώμα του Κένεθ. Η Κάθριν μόλις είχε νιώσει τον απόλυτο οργασμό, αυτόν που χαρίζει η απόλυτη εξουσία ανθρώπου σε άνθρωπο, αυτόν που μετατρέπει το άτομο σατράπη έναντι των άλλων, και σκλάβο έναντι του ίδιου του τού εαυτού. Κυριάρχος και νικήτρια πλέον!
Τι σημασία είχε αν δεν ήταν τώρα μαζί της να γευτεί κι αυτός αυτή την παμμέγιστη ηδονή; Σημασία έχει πως ήσασταν εσείς εκεί, κι αλήθεια, ποιος είπε πώς οι νεκροί δεν καυλώνουν;

Πάτρα 2004

φωτο: Man Ray, The Prayer, 1930