Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥ ΣΥΛΛΟΓΗΣ,"ΤΑ ΘΟΛΩΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΛΒΗΣ"/Βιβλιοπωλείο "ΦΑΡΦΟΥΛΆΣ"/13-09-16

   Από παιδί, πάντα αισθανόμουν πως εντός του σώματός μου, περιδιάβαινε ένα άλλο, εντελώς άγνωστο σε μένα 
σώμα. Ένα  σώμα,  αδιευκρίνιστου, ακαθόριστου  φύλου,  τ'  οποίο είχε εγκλωβιστεί χωρίς τη  δική του  θέληση, 
δίχως να γνωρίζει το γιατί, απλά, έπεσε  μέσα στην δική μου χοάνη και πάλευε να γαντζωθεί, ν' αναρριχηθεί στα
τοιχώματα της ψυχής μου, για να μπορέσει ν' αναδυθεί στην επιφάνεια, έτσι που να δηλώσει την  παρουσία  του, 
(να βροντοφωνάξει την ύπαρξή του), στον εξώτερο κόσμο.  Ήθελε να βγεί απ' τον έσωτερο κόσμο μου,  να  λάβει 
χώρο δράσης και δημιουργίας, μετά και πέρα αυτού.
   Τον αισθανόμουν πάντα! Η ανάσα του, προηγούταν  της  δικής  μου.  Ο   χτύπος  της  καρδιάς του,  αντηχούσε 
πρίν τον χτύπο της δικής μου. Τις νύχτες που κοιμόμουν, εκείνος ξαγρυπνούσε συλλέγοντας εικόνες κι εμπειρίες,
από  την  περιορισμένη  σ' έκταση  πραγματικότητα κι απ' τ' απεριόριστα φαντασιακά δεδομένα, κι όταν ξυπνού-
σα το πρωί, μου τα έστελνε ανάμεσα στα βλέφαρά μου,  ως  μαγνητικά  πεδία  δυσνόητα,  σαν  εικόνες  κάποιου
κολλάζ το οποίο θα έπρεπε εγώ να συναρμολογήσω. Μα χωρίς εγώ να μπορώ να γνωρίζω περί  τίνος  επρόκειτο,
περί του ποιός ήταν ο αποστολέας των αλλόκοτων αυτών εικόνων και γιατί  μου  τις  είχε  αποστείλει,  για  πολύ
καιρό,  δεν  έδινα  καμιά σημασία, το εναντίον, τις έθαβα μες στ' αυλάκια της μνήμης, -στης λήθης  το  εκτόπλα-
σμα-, και συνέχιζα να προσπαθώ να ζήσω εντός  μιας ζωής που δεν είχε φτιαχτεί από εμένα και δεν ήταν για εμέ-
να. 
   Κάποιος ψυχαναλυτής, αν άκουγε τα λεγόμενά μου, θα έδινε στο  σώμα αυτό, -μ' ευκολία μεγάλη  ίσως, και με
μια απλούστευση, βασιζόμενος λχ. στη στρουκτουραλιστική θεώρηση των πραγμάτων-, τ' όνομα "διπολική  δια-
ταραχή" ή "διχασμένη προσωπικότητα με σχιζοφρενικές τάσεις", κλπ. κλπ. Αυτό όμως  θα  ήταν  μια εύκολη  ως 
απλοϊκή ανάλυση των δεδομένων, εφόσον μ' αυτή  την  επεξήγηση,  απορρίπτεται  η  υπαρξιακή  υπόσταση  του
σώματος αυτού,  κι αυτομάτως, ενσωματώνεται στο δικό μου σώμα, (ενσωματώνεται, δεν ζεί), και τον  ψυχισμό, 
και καταλύεται εντελώς η δική του προσωπικότητα εν ονόματι  της δικής  μου.Μα το σώμα εντός του δικού μου,
είναι ένα υπαρκτό, αυτόνομο σώμα το οποίο απλά είχε την ατυχία, -ή την τύχη-, να βρεθεί μες στο δικό μου.
   Λέω  κι  επιμένω  πως  το  σώμα  αυτό  υπάρχει - ζεί κι αναπνέει εφόσον, μετά από χρόνια που το αισθανόμουν
μέσα μου, εμφανίστηκε εμπρός μου κάποιο φθινοπωρινό πρωϊνό στο θρανίο μιας τάξης της Α' λυκείου στο  σχο-
λείο όπου ήμουν μαθητής. Εμφανίστηκε εντελώς ξαφνικά. Καθόταν στην διπλανή θέση  του  θρανίου  μου,  έχο-
ντας  πάρει, -άγνωστο το πως-, την θέση του συμμαθητή μου που το μοιραζόμασταν. Ήταν εκεί με το  αδιευκρί-
νιστου φύλου κορμί και με το δίχως πρόσωπο κεφάλι  του. Όταν τον ρώτησα έκπληκτος: "Ποιός είσαι;", εκείνος 
με απόλυτη ηρεμία μού απάντησε ως  μι' άλλη  Νάντια: "Είμαι η ψυχή στο κενό!".
   Κάτι μ' έκανε μετά απ' αυτή του την απάντηση να σηνειδητοποιήσω αμέσως το  ποιός  ήταν  αυτός  ο  εξωπρα-
γματικός επισκέπτης εκείνου του φθινοπωρινού πρωϊνού, πως ήταν δηλαδή  εκείνος  που  όταν  εγώ  κοιμόμουν,
συνέλεγε όλες εκείνες τις ασύδοτες εικόνες που λάμβανα όταν ξυπνούσα, κι όταν  μου  είπε  πως  με  χρειάζεται
για να μιλήσω στους άλλους εξ ονόματός του, άρχισα να αναζητώ το πως θα μπορούσα να  μιλήσω  σε  κάποιον
για ένα άνθρωπο δίχως φύλο και χωρίς καν πρόσωπο. Ήταν σα να μιλώ για κάποιο ασύμπαντο  σύμπαν  και  για 
να καθορίσεις ένα ασύμπαντο σύμπαν, μόνο με τη μέθοδο της συμπαντοποΐησης θα μπορούσε να γίνει. Μα ποιά
είναι η μέθοδος αυτή ακριβώς; Στην πράξη, τι συμπαντοποιεί, ένα ασύμπαντο σύμπαν;
   Όπως έγραψα στο αφήγημά μου, “ΑΝΤΙ-ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΙΑΣ ΝΩΘΡΩΤΗΤΑΣ”:

      “Μόνο η ποίηση κατέχει τους διαύλους που μας
        οδηγούν στη ΣΥΜΠΑΝΤΟΠΟΪΗΣΗ  του  ΑΣΥΜΠΑ-
         ΝΤΟΣ και αυτό γιατί μόνο η ποίηση είναι ΑΠΟ-
         ΛΥΤΩΣ ΑΣΥΜΠΑΝΤΗ!”.

   Αυτή ήταν η απάντηση λοιπόν: η ποίηση!  Κι άρχισα έτσι να εξερευνώ, τα  δύσβατα  μονοπάτια  της  ποίησης.
Κι άκουσα πολλές θεωρείες, αναλύσεις επί αναλύσεων, που άλλες  συμφωνούσαν  ενώ  άλλες  δεν
είχαν καμιά σχέση με τις προηγούμενες που άκουσα. Ειδήμωνες επί ειδημώνων και ειδήμωνες κατά  ειδημώνων
κ.ο.κ. Πολλοί μου παρουσίασαν την ποίηση σα  μια αλγεβρική εξίσωση ή σαν ένα γεωμετρικό σχήμα, βάζοντας
την λογική πάνω από το συναίσθημα. Οι ίδιοι αυτοί που ζητούσαν από τους αναγνώστες τους να  διαθέτουν  κά-
ποιο πτυχίο μαθηματικών, οι ίδιοι αυτοί ειδήμωνες, αναλίσκονται με το να κάνουν μεγαλειώδεις σταυροφορείες
ενάντια αυτών που γράφουν τόσο δυσνόητα και με τόσο προσωπική γραφή, έτσι που ο αναγνώστης, να μην έχει
την δυνατότητα να κατανοήσει την γραφή τους και μ‘ ευκολία τους αποκαλούν μη-ποιητές,  μη-συγγραφείς, 
και καβαλημένα καλάμια. Εκείνους που διαλέγουν πρώτα και πρίν απ' τον καθένα, να μιλήσουν στον  ίδιο  τους
τον εαυτό, να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας τους.. Νομιμοποιούν με  τον τρόπο αυτό, μια ιδιόμορφη δικτα-
τορία του αναγνώστη εκείνοι που θα ήταν πολλοί καλύτεροι ως καθηγητές των μαθηματικών, παρά απ' ότι είναι
ποιητές ή συγγραφείς. Εμένα και τον εντός του εγώ μου φίλο, δε μας απασχολούν ούτε αυτοί οι ποιητές, ούτε οι
αναγνώστες αυτών, άλλωστε, δεν ζητάμε να μας ακούσουν οι  πάντες,  ζητάμε να μας ακούσουν  εκείνοι  που  πρέπει να μας ακούσουν.
   Ακούσαμε πολλά περί ποίησης όλα αυτά τα χρόνια. Εδώ θα αναφερθώ σε μια θεωρία περί των  ιδιαιτερότητων της ποίησης σε σχέση με δύο άλλες μορφές της τέχνης, την οποία και πιστεύουμε ακράδαντα. Την δανείζομαι από τον  Βασίλη Τομανά, από  τον  πρόλογο  του  βιβλίου του  Φράντς Κάφκα  "ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΜΊΛΕΝΑ", τ' οποίο ο ίδιος μετέφρασε, αλλά το κομμάτι που θα δανειστώ, το είχε κι εκείνος δανειστεί με τη σειρά  του, από το βιβλίο του Schiller  "ΠΕΡΙ ΑΦΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ",  και το αναφέρει μ'  αφορμή την επιμονή του Κάφκα να γράφει στη Μίλενα για το πόσο άμουσος ήταν. Γράφει λοιπόν ο Schiller:

   "Λέω μουσικός για να θυμίσω τη διπλή συγγένεια της ποίησης με τη μουσική και με  τις  εικαστικές  τέχνες. Η ποίηση μπορεί να ονομαστεί είτε εικαστική (πλαστική) είτε μουσική, ανάλογα με το αν μιμείται ένα ορισμένο αντικείμενο, όπως κάνουν οι εικαστικές τέχνες, ή αν, όπως η μουσική,  απλώς  γεννά  μιαν  ορισμένη  κατάσταση ψυχής δίχως να χρειάζεται ένα ορισμένο αντικείμενο. Ο χαρακτηρισμός 'μουσική', δεν  αναφέρεται, λοιπόν,  μονάχα σε ό,τι είναι πράγματι και από υλικήν άποψη μουσικό στοιχείο μέσα στην  ποίηση,  παρά  σε  όλες  εκείνες
τις εντυπώσεις που μπορεί  να προκαλέσει  δίχως να κυριαρχήσει πάνω στη φαντασία δια μέσου ενός  συγκεκριμένου αντικειμένου".

   Αυτόν τον ορισμό, εμείς προσπαθούμε πάντα να τον ακολουθούμε όχι γιατί είναι κάποιος  νόμος  στον  οποίο οφείλουμε τυφλή υπακοή κι υποταγή, άλλωστε, είμαστε ακλόνητοι στην άποψη  πως  οι  νόμοι  υπάρχουν για να τους ξεπερνάμε, απλώς θεωρούμε πως είναι μια βασική αρχή στο να γράψει κανείς ποίηση χωρίς να  πρέπει ν' ακολουθεί την αρτιοσκληρωτική βάση πως ποίηση είναι το  είδος  του γραπτού λόγου τ' οποίο διακρίνεται απ' την μορφή των στίχων τους οποίους οφείλουμε να καταγράφουμε δομημένους σε ιαμβικό  δεκαπεντασύλλαβο, ομοιοκαταληξία κ.ο.κ. Το βασικό για μας είναι η ποίηση να μετατρέπεται είτε σε μουσική είτε σε  εικαστική μορφή, μα ποτέ να μη βάζει εμπόδια στη φαντασία, γιατί η ποίηση ως καταγραφή των γεγονότων, (ιστορικών  ή επικαίρων), δεν αφορά ούτε εμένα ούτε τον απρόσωπο φίλο μου. Τέλος, θα πρέπει να πω, πως  δεν  περιμένουμε από τον ποιητή να δώσει λύσεις στα καθημερινά προβλήματα του λαού, περιμένουμε όμως, να τα καταδείξει, να κραυγάσει γι' αυτά, να σταθεί δίπλα στον λαό την ώρα της όποιας εξέγερσής του κι όχι εναντίον του. Αν η  ποίηση δεν είναι επαναστατική κι επαναστατημένη, είναι ποίηση νεκρή κι ο ποιητής της, γελωτοποιός του  λόγου  κι υποχείριο του κατεστημένου. Μακρία μας τέτοιοι ποιητές. Κοντά μας θέλουμε  τους  εν  δυνάμει  ποιητές,  εκείνους που δεν μπορούν να γράψουν ούτε την αλφαβήτα.   
   Και συνεχίζω πάντα να ζω με τον  άνθρωπο  αυτόν...  τον αδιευκρίνιστου φύλου άνθρωπο, τον χωρίς  πρόσωπο άνθρωπο. Μοιραζόμαστε πλέον τις εμπειρίες και τα ζωντανά μας  όνειρα.  Συνομιλούμε  πια  ανεξαρτήτως ώρας, στιγμής ή φυσικής κατάστασης στην οποία μπορεί να βρισκόμαστε. Πλέον  δεν  είναι ανάγκη  να  κοιμάμαι  για  να
μου στείλει κάποια νέα ιστορία ή εικόνα που θέλει να μοιραστεί μαζί μου και με τον  εξώτερο  κόσμο.  Μιλά κι εγώ τον ακούω αμέσως, καταγράφοντας τα όσα έχει να μου εξιστορήσει.
   Μετά από τόσα χρόνια από την ημέρα που και οι δυο γεννηθήκαμε, μετά από τόσα χρόνια από την  ημέρα που θέλησε ο φίλος να εμφανιστεί μπροστά μου,γνωρίζω πολύ καλά πως ακόμα δεν έχω μάθει ούτε τα μισά
απ' όσα μέσα στον δικό του εσώτερο κόσμο κρύβει.  Πάντα θα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές  του,  τις οποίες                                            ίσως και ποτέ να μη μάθω. Καλύτερα έτσι. Το άγνωστο οφείλει να έχει τις σκοτεινές -μυστηριώδεις  γωνιές  του, κι εμείς, καλό είναι να μη τις μάθουμε ευθής όλες, γιατί, το άγνωστο είναι που δίνει  μια γεύση
τρυκημμίας στα χείλη της ζωής. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας να διανύσουμε.

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: Luis Daro