Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΟΙ ΕΓΓΑΣΤΡΙΜΥΘΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΛΟΓΟ

Θέτουμε σε δημόσια θέα τις απόψεις μας περί της ανόδου του αυταρχικού λαϊκισμού σ‘ ολόκληρο τον πλανήτη, του τελευταίου ρούχου με το οποίο το Θέαμα, -το σάπιο χάος ενός αυτοαποκαλούμενου πολιτισμού-, προσπαθεί να ντύσει τον ίδιο του τον εαυτό. Για να διασφαλιστεί, ορίζει ένα καστ από ανεγκέφαλους ηλιθίους και κάποιους τσαρλατάνους, -και παρότι στους καιρούς αυτούς, είναι αναγκαιότητα το umour, οι τύποι αυτοί, αν και φαντάζουν κάπως διασκεδαστικοί, είναι άσπονδοι εχθροί του χιούμορ και της σάτιρας, είναι πολύ απλά, μια ανεπαρκής απάντηση-, ένα καστ που περιλαμβάνει τους Trump, τους "Alt-Right" φασίστες στις Η.Π.Α, τους Soldiers of Odin και την Kellie Leitch στον Καναδά, τον Farage και τους αλλοίθωρους Brexiteers στην Μεγ. Βρετανία, την Le Pen, τον Wilders, τον Erdogan, τον Dutetrte, τον Putin, τον Rob Ford, τον Shinzo Abe, τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, την AfD στην Γερμανία, τη θρησκεία και τους φονταμενταλιστές όλων των αποχρώσεων, κι όλους τους άλλους αντιδραστικούς τσαρλατάνους απατεώνες όλων των ειδών, όλοι αυτοί οι άμεσοι κληρονόμοι μιας φασιστικής παράδοσης. Όλοι μαζί, δεν είναι παρά οι επιβλαβείς και δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις ενός μιζεραμπιλικού καπιταλαστικού συστήματος και μιας μπουρζουάδικης ιδεολογίας και κουλτούρας, η οποία είχε κάποτε την εποχή της, κι όμως, αρνείται πεισματικά να πεθάνει.

Η παρούσα περίοδος, είναι χαρακτηριστικά σημαδεμένη από την ανισότητα του πλούτου, τη δύναμη και τη φιλοδοξία, από τον πόλεμο και τον μισογυνισμό, τον ρατσισμό, τις επιθέσεις στο "διαφορετικό", καθώς κι από μια αέναη μάχη κατά του περιβάλλοντος: αυτοί είναι οι κανόνες του σήμερα. Στο θέμα ενημέρωση, σου δίνεται ένα ελάχιστο δικαίωμα επιλογής, μεταξύ των ψευδών ειδήσεων και της καθημερινής τρομολαγνείας των Μ.Μ.Ε (και των online ενσαρκώσεών τους), ένα όχημα δηλαδή της χειραγώγησης του "συναισθάνεσθαι" των μαζών, ένα όχημα συμπαράστασης αυτών των μοντέρνων αυταρχικών λαϊκιστών, ένα όχημα εν τέλει, που θέτει στον καθένα από μας ένα κίβδηλο ερώτημα: είμαστε "μαζί" ή "εναντίον", κι εμείς πρέπει σαν τα ποντίκια να πέσουμε στη δική τους ποντικοπαγίδα.

Σ‘ ολόκληρο τον πλανήτη, έχουμε υπάρξει μάρτυρες της ανισότητας εξίσου το ίδιο από την Αριστερά, -η οποία διοχετεύει μια γνήσια απογοήτευση στην εργατική τάξη-, και του κινδύνου που προέρχεται από μια δεξιού περιεχομένου ομιλίας. Γινόμαστε μάρτυρες του εκτροχιασμού του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας, μέσα στα πλαίσια ενός νεο-αυταρχικού καπιταλισμού ο οποίος πλέον, δε χρήζει αναγκαιότητας ρυθμίσεων του περιεχομένου του διαμέσου προοδευτικών αντιλήψεων, καθώς γινόμαστε μάρτυρες και των αυτοκαταστροφικών τάσεων ενός "απελευθερωτικού μετώπου του άνθρακα" (πχ. των κυνηγών ορυκτών καυσίμων;) κι άλλων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Όσο επικίνδυνη είναι η νέα (βασικά, όχι και τόσο 'νέα') δεξιά, εξίσου το ίδιο επικίνδυνοι είναι αυτοί οι ψεύτικοι φίλοι της εργασίας και τα παμφάγα στόματα των φιλελευθέρων, οι οποίοι, αρνούνται την 'ύπαρξη' του νέου αυταρχικού λαϊκισμού, και που όταν τους σπρώξεις στα όριά τους (και, επιτρέψτε μας να πούμε, δεν χρειάζεται και τόσο σπρώξιμο), τάσσονται στο πλευρό ενός αρπαχτικού Κεφαλαίου κι ενός ακόμη πιο αδιάλακτου καπιταλισμού, ταγμένου στην ανατροπή των πλεονεκτημάτων και των περιορισμένων μεταρυθμίσεων τα οποία κέρδισαν με την πάλη τους οι προηγούμενες γενεές. Συνεχίζουν χωρίς να αναφέρουν φυσικά, πώς εμείς, δεν έχουμε ψευδαισθήσεις μιας επιστροφής σε μια "χρυσή εποχή" μιας φιλελεύθερης ή κοινωνικά δημοκρατικής μετριότητας. Αυτό που απαιτούμε είναι απόλυτη και ριζική απόκλιση απ‘ το παρελθόν και τον καταποντισμό καθεστώτων όπου κυρίαρχη θέση κατέχει ο μιζεραμπιλισμός.

Όσοι θέτουμε τους εαυτούς μας σιμά του Υπερρεαλιστικού κελεύσματος για ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΠΟΙΗΣΗ κι ΕΠΙΘΥΜΙΑ, παραμένουμε αδιαπραγμάτευτα διεθνηστές, καθώς και στεκόμαστε πάντα στο πλάι των ΕΞΕΡΓΕΜΕΝΩΝ κατά της παλίρροιας του μιζεραμπιλισμού. Μένουμε εκτός της κϊβδηλης αντίφασης μεταξύ φιλελευθερισμού και συντηρητικών εναλλακτικών λύσεων για ένα καπιταλιστικό παρών. Καλούμε όλους τους Υπερρεαλιστές να εγκαταλείψουν την ολοκλήρωση του Θεάματος μέσω μιας καριέρας, καλούμε σε συνεργασία θέτοντας όλο και περισσότερα καθεστώτα σε κίνδυνο, καλούμε σε αναζήτηση - να ανακαλύψουμε εναλλακτικές λύσεις μέσω της παρατήρησης, του παιχνιδιού, του πειραματισμού και των "υπερρεαλιστικών δρόμων".

Μπείτε στον δρόμο της ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ - αυτός ο σάπιος πολιτισμός μπορεί να πεθαίνει, μα αν δεν τον χτυπήσουμε, δεν πρόκειται να πέσει!

Jason Abdelhadi (Chimaera Surrealist Group [Ottawa]), Gale Ahrens, Dunja Apostolov (Chimaera Surrealist Group [Ottawa]), Daphnee Azoulay, Jay Blackwood, Jean Bonin and Banana Meinhoff, Maria Brothers, Miguel de Carvalho, Eugenio Castro (Surrealist Group in Madrid), Casi Cline, Steven Cline, Dominick Coppi, Miguel Corrales, Andres Devesa (Surrealist Group in Madrid), Angel Dionne, Pascale Dube, Guy Ducornet, Vincente Gutierrez Escudero (Surrealist Group in Madrid), Javier Galvez (Surrealist Group in Madrid), Beth Garon, Paul Garon, Audrey Girard (Chimaera Surrealist Group [Ottawa]), Christian Girard, Josse de Haan, Janice Hathaway, Dale Michael Houstman, Karl Howeth, Bruno Jacobs (Surrealist Group in Madrid), Alex Januario, Philip Kane, Lorna Kirin, Stephen Kirin, Laura Lake (Chimaera Surrealist Group [Ottawa]), Megan Leach, Patrick Lepetit, Rik Lina, Michael Lowy, Lurdes Martinez (Surrealist Group in Madrid), Paul McRandle, David Nadeau, Noe Ortega (Surrealist Group in Madrid), Hans Plomp, John Richardson, Jesus Garcia Rodriguez (Surrealist Group in Madrid), Jose Manuel Rojo (Surrealist Group in Madrid), Penelope Rosement, Patrick Sampler, Pieter Schermer, Arthur Spota, Dan Stanciu, Wijnand Steemers, Thomas D. Typaldos, Laurens Vancrevel, Michael Vandelaar, Allan Viliu, Her de Vries, Richard Walter, John Welson, Bill Wolak and Angel Zapata (Surrealist Group in Madrid), April - May 2017

φωτο: Michael Lowy, Paysage interieur 1, collage, 1993

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

ΚΑΒΑΦΗΣ-ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: βίοι παράλληλοι(;) (εισαγωγή)

Είναι σίγουρα οι δύο ποιητές που με τον νεοτερισμό στη γραφή τους, επηρέασαν όσο κανείς άλλος, τους μεταγενέστερους αυτών ποιητές, δημιουργώντας, (άθελά τους), νέους τρόπους έκφρασης και σχολές που θα φοιτούσαν σ‘ αυτές, όλος ο ανθός της νεοελληνικής ποίησης.
Οι δυο αυτοί ποιητές, μπορεί ποτέ να μη συναντήθηκαν, σίγουρα, ο τρόπος της γραφής τους να ήταν εντελώς διαφορετικός (με πρώτιστη διαφορά, η οποία διαφαίνεται με μια και μόνη ανάγνωση τους, η χρήση ελεύθερου στίχου από τον Καβάφη, η χρήση της ομοιοκαταληξίας από τον Καρυωτάκη), είχαν όμως κοινά χαρακτηρηστικά στη θεματολογία των ποιημάτων τους και στη στάση της ζωής τους (είχαν και οι δυο απεριόριστη λαχτάρα να ζήσουν στ‘ άκρα όσο κι αν αυτό μοιάζει σε πολλούς να μην το διαθέτει ο Καρυωτάκης, κι όμως, το διέθετε στο μέγιστο βαθμό).
Ας δούμε όμως ποια κοινά στοιχεία και ποιες διαφορές είχαν στην ποίηση και τη ζωή τους αυτοί οι μεγάλοι ποιητές:

Στη θεματολογία της ποίησης του Καβάφη, υπερισχύουν τρία στοιχεία: το ερωτικό, το κοινωνικοπολιτικό και οι ιστορικές αναφορές. Στη θεματολογία της ποίησης του Καρυωτάκη, υπερισχύουν εξίσου τρία στοιχεία, με ένα από αυτά, να διαφοροποιείται από εκείνη του Καβάφη. Υπάρχουν λοιπόν τα εξής τρία στοιχεία: το ερωτικό, το κοινωνικοπολιτικό και η μεταφυσική ανησυχία.
Όσο αφορά την ζωή των δύο ποιητών, κι εδώ βρίσκουμε πολλά κοινά και κάποιες ελάχιστες διαφοροποιήσεις: ήταν και οι δυο δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο που ο Καβάφης, έχει μόνιμη έδρα εργασίας (και κατά συνέπεια, τόπο διαμονής) την Αλεξάνδρεια, ενώ ο Καρυωτάκης, παίρνοντας τη μια μετάθεση μετά την άλλη, πηγαίνοντας από τη μια πόλη στην άλλη, μέσα σε μια παρακμιακή Ελλάδα του μεσοπολέμου, θυμίζει περιπλανόμενο Ιουδαίο, ή, νομά αθίγγανο που έχει για πατρίδα του, το όπου ξημερώσει. Δείχνουν και οι δυο μεγάλη αγάπη στις γυναίκες χαλαρών ηθών (όπως τις στιγματίζει ο κοινωνικός ιστός ασχέτου εποχής). Ο ένας (Καβάφης), θα επιλέξει να μείνει σε όροφο σπιτιού που ακριβώς από κάτω του, λειτουργούσε ένας οίκος ανοχής, ενώ ο άλλος, θα γυρέψει ουκ ολίγες φορές να γευτεί τους χυμούς του αγοραίου έρωτα, και θα το κάνει σε τέτοιο βαθμό που οι εχθροί του θα τολμήσουν να του καταλογίσουν πώς υπήρξε μαστροπός. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η φήμη (μύθος;) πως είχε ασθενήσει από την ωχρά σπειροχαίτη (ιός της σύφιλης) έχοντας κολλήσει το μικρόβιο από μία συνεύρεσή του με μια κοπέλα των καφέ αμάν. Αυτό το επιβεβαιώνει το ημερολόγιο της Μαρίας Πολυδούρη, μα το διέψευσε δύο-τρία χρόνια πριν τον θάνατό του σε μια εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού, ο αδερφός του ποιητή, Θάνος Καρυωτάκης.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Από το "ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ"

   Τι πρόκειται να συμβεί στο κορμί και το μυαλό μου, όχι την επόμενη ώρα, μα το επόμενο λεπτό. Ποια σεισμική δόνηση στο υπέδαφοε, πρόκειται να διαταράξει τα πλέον απόκρυφά μου συναισθήματα; Εκείνα τα ύπουλα, τα φθονερά συναισθήματα, των οποίων, ούτε εγώ ο ίδιος που είμαι ο φορέας τους, που είμαι η βραδυπορούρα μήτρα που τα κυοφορεί, δε γνωρίζω την ύπαρξή τους; Τι κρύβει η σκιά των ατελέσφορων γεγονότων; Θέτουμε ως πρώτιστο καθήκον της ζωής μας την αναζήτηση της "χαμένης μυχιότητας"; Κι αν ναι, ο θάνατος γιατί μπερδεύεται στα πόδια μας σαν χαδιάρικο γατάκι; Μήπως η ζωή, δεν είναι η απάντηση που περιμένουμε;
   Ίσως τελικά, τα πάντα να κρύβουν τη ματαταιότητα. Οι εικόνες και οι λέξεις, να πέφτουν σαν χαλάζι βομβών πάνω σε τυφλόμυγες και δίπλα σε κωφών ώτα. Ίσως -εν τέλει-, ν‘ αρκούσε απλά η αβρότητα μιας υπόκλισής μου ενώπιόν σας, και με τον πιο ταπεινό τρόπο, ν‘ αφήσω από τις τσέπες μου να ξεπεταχθεί, ο τριακοστός τέταρτος γαλαξίας που με καθορίζει και μετά, να σας συστηθώ: είμαι η Επιτομή της Μοναχικότητας και δεν ζητώ (γνωρίζοντας τον τρόμο που δημιουργεί στους πολλούς το συναίσθημα αυτό), ούτε τη λύπηση μα ούτε τον οίκτο κανενός. Πάντα ο μοναχικός άνθρωπος, μοιάζει στα μάτια των πολλών, ως το πιο άξιο για τον οίκτο τους πλάσμα. (Σας βλέπω μες στ‘ ακριβά σας αυτοκίνητα, παρφουμαρισμένοι με το χρύσο άγγιγμα του Μίδα, πλαισιωμένοι με λιπόσαρκες κυρίες, έχοντας χαραγμένο με το νύχι τους στα πρόσωπά τους, ένα σμάλτο χαμογέλιου. Οδεύεται στα gala του φιλανθρωπισμού των εκατό εκατομμυρίων ευρώ, τ‘ οποία χάνονται στην εκχύλινση των υδάτων). Είμαι μόνος μα είμαι χίλιοι ακόμη άνθρωποι πάνω σε βαλβίδα μηχανήματος υποστήριξης ζωτικών οργάνων. Τοποθετώ τα συναισθήματά μου, σ‘ ένα βάζο από πάγο. Η διατήρησή τους μόνο, υπερβαίνει τη λογική τους.

φωτο: Salvador Dali, Swans Reflecting Elephants, 1937

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

ΡΑΨΩΔΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΟΛΟΝΟΣΚΟΠΗΣΗ

                      Στον Ηλία Μέλιο

Ο ξυλοπόδαρος καταπίνει το σύννεφο
Μια αεροστεγής βαλβίδα
Συγκρατεί συμπιεσμένες ανατριχίλες
Στο κολάντερο μιας παρανυχίδας
   που σνιφάρει πρωτόλεια
Ομάδες χαϊκού Κατεβάζουν το φερμουάρ του πλανήτη
Ανακαλύπτουν τη μαγική φράση
Την πασπαλίζουν με γιορντάνια
Την κραυγάζουν σε προϊστορικά πρηνά
Τη θαμπώνουν με το μέλι
Την προδίδουν στα πορτοκάλια
Τη μαγική τη φράση:

"Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι!"

-Θ.Δ.Τυπάλδος-

φωτο: κολάζ Μαλτέζος Μαλτέζου

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Νάνσυ Αγγελή-Μια μέρα απόλυτης ησυχίας

Ετεροχρονισμένα, διάβασα το βιβλίο με διηγήματα της Νάνσυ Αγγελή, "Μια μέρα απόλυτης ησυχίας" (εκδ. Παράξενες Μέρες), κι ένιωσα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια γι‘ αυτό, όχι για κάποιον άλλο λόγο παραμόνο γιατί θεωρώ πως κάποιοι συγγραφείς του σήμερα οι οποίοι διατηρούν μία χαμηλών τόνων προσωπικότητα, δίχως καμιά έπαρση, χωρίς να προσπαθούν να πείσουν τον αναγνώστη πως αυτοί είναι οι νέοι Καβάφηδες, Λουντέμηδες ή όποιοι άλλοι νέοι κι είναι απλά ο εαυτός τους, και το γράψιμο γι‘ αυτούς δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αναγκαιότητα να μιλήσουν και μια εξερεύνηση του δικού τους "εγώ". Να μιλήσουν για όλα όσα αφορούν την ατομική τους υπόσταση μέσα στο γενικό σύνολο, μες στην ολότητα του κόσμου. Η Νάνσυ γράφοντας, δημιουργεί αυτό ακριβώς το περίβλημα, αυτόν ακριβώς το στόχο θέτει, να μιλήσει για ‘κείνην, όχι αποκομμένη από το γενικό σύνολο, μα ενταγμένη μέσα του, (ενταγμένη μεν, όχι όμως αφομοιωμένη από μια κοινωνία του υπερκαταναλωτισμού ή της αποστασιοποίησης του ατόμου από τα κακώς κείμενα ετούτης της κοινωνίας, αυτού του βάλτου όπου τα νερά μουχλιάζουν). Διαβάζοντας τον τίτλο του βιβλίου, καθώς και την υποθετική εισαγωγή(;), της συγγραφέως, επηρεασμένος από την δική μου στάση έναντι της γραπτής δημιουργίας, αναρωτήθηκα πως μπορεί κάποιος να βρεί την έμπνευση μες στην καρδιά μιας μέρας με απόλυτη ησυχία. Τι είναι αυτό που τον κάνει να γράψει πλαισιωμένος απ‘ την απραξία; Την απάντηση την πήρα στην συνέχεια της υποθετικής αυτής εισαγωγής: πρώτα-πρώτα είναι η σιωπή! Η σιωπή είναι που μιλά. Η σιωπή έχει την δική της γλώσσα, τις δικές της λέξεις κι εσύ, πρέπει να έχεις αυτή την ικανότητα να την ακούσεις, να την κατανοήσεις για να την πλάσεις με τις λέξεις σα να ‘ταν ένα κομμάτι από μάρμαρο λεκτικό, κι εφόσον διαθέτεις την ικανότητα, να την σμιλέξεις, να της δώσεις την μορφή ενός αγάλματος από φράσεις, κι εν τέλει, να γεμίσεις τις σελίδες της δικής σου συνεύρεσης με το άγνωστο που πάντοτε κρύβει η σιωπή. Μετά την σιωπή, έρχεται η απόσταση. Η Νάνσυ διαμένει μακριά από τον τόπο που γεννήθηκε κι αυτό -όπως είναι λογικό-, εύκολα σε μια μέρα απόλυτης ησυχίας, μπορεί να γεννήσει την νοσταλγία, τον πόθο του γυρισμού. Η γεννέτηρα της Νάνσυ, κάνει την εμφάνισή της στα διηγήματα που πλαισιώνουν αυτό το βιβλίο όχι μόνο ως ένα σημείο γης μα κι ως πρόσωπα αγαπημένα, (άλλωστε, έναν τόπο δεν των χαρακτηρίζουν οι φυσικές του ομορφιές όσο οι κάτοικοί του). Το ότι εμφανίζονται αγαπημένα πρόσωπα της συγγραφέως, δε το βλέπεις ξεκάθαρα, το αντιλαμβάνεσαι όμως, το συμπεραίνεις (είμαι σίγουρος πως το διήγημα "Το διαβατήριο", είναι μια άκρως αληθινή ιστορία, μια βιωματική εμπειρία, μα δεν πρόκειται να ψάξω την επιβεβαίωση γιατί αν μάθω την αλήθεια, θα χάσω την μαγεία). Ύστερα έρχεται η μοναξιά! Η μοναξιά! Αυτή η μικρή λέξη που τόσο φόβο χαρίζει στις καρδιές των ανθρώπων μα που μέσα της δημιουργήθηκαν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της τέχνης ανα τους αιώνες. Αχ, η μοναξιά! Τέλος, έρχονται η συντροφικότητα, ο γκρίζος ουρανός ή το θαλασσινό αγέρι. Εικόνες που πετούν γύρω μας, που για τους περισσότερους από μας δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια συνήθεια, μια κατάσταση δεδομένη ή απλά, κάποια φυσικά φαινόμενα. Για κάποιους όμως, είναι αυτή η σπίθα που βάζει φωτιά και καίει το είναι τους κι αυτό τους σπρώχνει στο να γράψουν, να ζωγραφίσουν, να χαρίσουν στην αιωνιότητα μια στιγμή τους και να μετατρέψουν τη στιγμή αυτή σε αιωνιότητα. Η Νάνσυ ομολογουμένως, στα διηγήματά της αυτά, κατάφερε να μετατρέψει τη στιγμή σε αιωνιότητα και το αντίθετο, στο μέγιστο βαθμό. Κάθε διήγημα αυτού του βιβλίου, είναι πάντα η ματιά, οι σκέψεις, τα πιστεύω της δημιουργού του και γι‘ αυτό σ‘ όλες τις ιστορίες η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Ακόμα κι αν ο αφηγητής είναι γένους αρσενικού, από πίσω είναι η Νάνσυ που μεταμφιέζεται σε άνδρα γιατί το απαιτεί η ανάπτυξη της ιστορίας. Πάντως, να είστε βέβαιοι, ακόμα κι όταν μιλά ένας άνδρας στα συγκεκριμένα διηγήματα, μιλά δανειζόμενος το είναι της Νάνσυ. Μπείτε στον κόπο να διαβάσετε τα δυο διηγήματα με ήρωα τον κύριο Χ (Ο Χ., Θάνατος από θαύμα) και θα δείτε με τον άψογο τρόπο αφήγησης ο οποίος μοιάζει σα να γίνεται όχι από ένα μα από δύο πρόσωπα (ο Χ. είναι χαρακτήρας μη υπαρκτός, είναι ήρωας-δημιούργημα κάποιου συγγραφέα) κι εκεί θα μπορέσετε να διαπιστώσετε τα λεγόμενά μου. Είναι αληθινά τιμή για την σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, να την υπηρετούν -δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η λέξη μα την χρησιμοποιώ μια και δεν έχω άλλη καλύτερη λέξη εύκαιρη να χρησιμοποιήσω-, άνθρωποι σαν τη Νάνσυ Αγγελή. Το τι επιφυλάσσει το μέλλον για την Νάνσυ και τι η ίδια έχει κατα νου να προσφέρει στην τέχνη του λόγου, ελπίζω να είμαι σε θέση να το διαπιστώσω, όταν κι όποτε αυτό γίνει γεγονός, μέχρι τότε:

ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ Ν‘ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ!

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Κ. ΡΕΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΑ "ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΛΒΗΣ"

Περιθωριακά Με τον Κωνσταντίνο Α. Ει. Παπαθανασίου

Θ. Δ. Τυπάλδος: «Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης»

Σε μια εποχή που ο λόγος προέχει του πνεύματος, που η επιβίωση ανάγεται σε ριψοκίνδυνη ακροβασία πάνω απ’ την άβυσσο, και που η εικόνα θάβει την ουσία, «Τα Μάτια της Στίλβης» (εκδ. Φαρφουλάς, Αθήνα, 2016),  δεν είναι μόνο θολωμένα αλλά και δακρυσμένα.

Βέλο του πένθους μα όχι για μεμψιμοιρία, αλλά για αντίδραση σε επίπλαστες χαρές. Σαν όπλα ενάντια στη μίζερη πραγματικότητα η ποίηση του Θ.Δ. Τυπάλδου προτάσσει το μαύρο χιούμορ, τη φαντασία, το όνειρο -όχι αποκομμένο από την αλήθεια αλλά συμβαδίζοντας μαζί της σε ανηφορικούς δρόμους-, την άλογη σκέψη, τις κρυφές -αυτοθαμμένες- ερωτικές επιθυμίες, την αναζήτηση νέων λέξεων καθώς και την τόλμη της χρήσης καθημερινών φράσεων σε άλλες φόρμες.
   Για όσους σήμερα θεωρούν πως ο υπερρεαλισμός -και ο ντανταϊσμός ακόμα- είναι μια νεκρή, ξεπερασμένη μορφή έκφρασης, το βιβλίο αυτό μπορεί να τους φανεί αδιάφορο. Γι’ αυτούς όμως που συμμερίζονται την άνευ συνόρων -μα με όρια- ελευθερία της ατομικής συνείδησης, γι’ αυτούς που είναι πρόθυμοι να συντρέξουν και να συνταχθούν δίπλα σε συλλογικές δράσεις, το βιβλίο αυτό θέλει να στέκεται σύμμαχός τους, κραυγάζοντας πως μία άλλη πραγματικότητα είναι εφικτή και στέκει πέρα και πάνω από την επιφανειακή πραγματικότητα.

Μαρμαρυγή ή θεότητα
Όπως και να εκλάβει κανείς την έννοια της λέξης «στίλβη» ή «Στίλβη», ένα παραμένει σίγουρο: ΕΙΝΑΙ. Κι αυτό το «είναι» τρομάζει. Αυτό το «είναι» προτάσσει το στήθος του στις βδελυρές πρακτικές του «κρύψε να περάσουμε». Ο ποιητής, αν και βρίσκεται στο πρώτο του βιβλίο, είναι ολοκληρωμένος και αβίαστα στρατευμένος στο πρόταγμα των ντανταϊστών και υπερρεαλιστών όλων των εποχών. Ας μην βιαστούν, λοιπόν, οι επηρμένοι καθηγητές των διδακτορικών τίτλων, να περιχαρακώσουν στο όποιο ιστορικό πλαίσιο, την περιπέτεια που συνεχίζεται αδιαλείπτως κοντά έναν αιώνα.
   «Η ποίηση δεν έχει ανάγκη να εκφράσει μία πραγματικότητα. Είναι μία πραγματικότητα», μας θυμίζει ο κύριος Τυπάλδος μέσω του λόγου τού Tristan Tzara, που θέτει ως motto ή προμετωπίδα, εάν προτιμάτε, στο ποίημά του, «Φ Χ 3 = Φωτογραφία ˃ Φως ˃ Φωτιά». 
   Διότι, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης, στο κορυφαίο δοκίμιό του «Η μέθοδος του άρα»: «Μπορεί και η τέχνη να είναι μια αρρώστια, όπως θα μπορούσε να ήταν άλλη μία η υγεία των αγροτών για μας τους μεγαλοπολεόπληκτους. Όλα είναι σχετικά. Να μη λέμε όμως ότι είναι παράλογο μέσα σε πολέμους και σκοτωμούς ν’ ασχολούμαστε με λουλούδια και φεγγάρια. Να λέμε απλώς ότι προτιμούμε το ποδόσφαιρο. Επειδή ούτε για φεγγάρι ακριβώς πρόκειται όταν μιλεί ένας ποιητής ούτε οι πολέμοι κι οι σκοτωμοί είναι φαινόμενα που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην εποχή μας• ίδιοι ήταν ανέκαθεν. Αν στις μέρες μας ξενιζόμαστε περισσότερο μπροστά στη φαντασία είναι γιατί έχουμε γίνει νεόπλουτοι της μεγάλης μας συλλογιστικής ικανότητας, της περίφημης, που έφτασε να κατευθύνει διαστημόπλοια με ακρίβεια δεκάτων του δευτερολέπτου αλλά παραμένει ανήμπορη μπροστά σε μια φράση διάφανη σαν το νερό. Τι να πει κανείς;».    

Προλετάριος ή λούμπεν ποιητής
Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην συγχύσει την επικεφαλίδα της παραγράφου με τον γνωστό -κατάπτυστο- μαρξιστικό όρο, «λούμπεν προλεταριάτο». Λούμπεν, για όσους γνωρίζουν, στη γερμανική γλώσσα σημαίνει κουρέλι. Ένα προλεταριακό κουρέλι, το λοιπόν, ο ποιητής. Ένα κουρέλι-πατσαβούρι που εκσφενδονίζεται στα μούτρα της επαναλαμβανόμενης, υποκριτικής, ματεριαλιστικής, μυξοκλαίουσας κοινωνίας της κρίσης.
   Διαβάστε, εάν σας το επιτρέπει ο υπερκαταναλωτικός καπιταλιστικός αναλφαβητισμός της «Κοινωνίας του Θεάματος» που δουλικά στα χρυσά παλάτια σας υπηρετείτε, δύο εκδοχές βιογραφίας.
   Πρώτη εκδοχή: «Ο Θ.Δ. Τυπάλδος δεν είναι παρά μία βάρκα… μία βάρκα που βοηθά τον Θωμά Πετρόπουλο να διασχίσει τα κύματα της φαντασίας και είναι μαζί το λυχνάρι του στους δρόμους του άγνωστου. Έχουν φιλοξενηθεί ποιήματά του και αποδόσεις του σε ποιήματα του Tριστάν Τζαρά στα διαδικτυακά μέσα ‘www.poiein.gr’ και ‘fteraxinasmag.wordpress.com’. Η σελίδα ‘easywriter.gr.’ έχει εκδώσει σε μορφή e-book τρία αφηγήματά του. Εντύπως, έχουν δημοσιευτεί ποιήματά του στην περιοδική έκδοση της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, Κλήδονας (τχ. 6, Μάιος 2015), και στην ανθολογία μοντέρνου υπερρεαλισμού ‘A Galaxy of Starfish’ του αγγλικού εκδοτικού οίκου Salò Press (αγγλικά και ελληνικά). Ζει στην Πάτρα. ‘Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης’ είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.».
   Δεύτερη εκδοχή: «Ο Θ. Δ. Τυπάλδος γεννήθηκε, ως Θωμάς Πετρόπουλος, στην Πάτρα, όπου συνεχίζει να ζει, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1975. Δεν έχει σπουδάσει τίποτα, με χίλια ζόρια τελείωσε την πρώτη τάξη του Λυκείου σε νυχτερινό σχολείο. Έχει κάνει πλήθος χειρωνακτικών δουλειών: από τη λαχαναγορά σε υπεραγορές χαμάλης, από πρατήρια καυσίμων σε διανομή φυλλαδίων και σ’ οτιδήποτε άλλο χθαμαλό επάγγελμα  μπορείτε να φανταστείτε, που εδώ στην Κύπρο έχουν αναλάβει οι δούλοι-μετανάστες που νοικιάζεται απ’ την Ασία, την Αφρική και από τις χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Εδώ και πέντε χρόνια είναι άνεργος.».
   Πριν πείτε κάτι, πριν χρησιμοποιήσετε τη λέξη «Ντανταϊσμός» ή «Υπερρεαλισμός», πριν αποφασίσετε να τη διδάξετε -αβρόχοις ποσίν- στις αυτιστικές αίθουσες των πανεπιστημίων σας, πριν πιάσετε το μολύβι να γράψετε… διαβάστε το παρακάτω ποίημα… και βροντοφωνάξτε, διαρρηγνύοντας τα χρυσοποίκιλτα ιμάτιά σας, ή κρατείστε, για το καλό σας, σιγή ιχθύος.      

«Ο αποκεφαλισμός του ποιητή»
Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σα το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του σιντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθει στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ 
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η ομίχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες