Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Man Ray, Το Άστρο της Θάλασσας, 1928





Μία από τις πρώτες προσπάθειες για υπερρεαλισμό στην 7η τέχνη, η βωβή ταινία του Man Ray, "Το Άστρο της Θάλασσας", βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Robert Desnos. Κινηματογραφημένη το 1928, παρουσιάζεται για πρώτη φορά με ελληνικούς υπότιτλους στο YouTube. 

Δεν γνωρίζω τον μεταφραστή του οποίου τη μετάφραση χρησιμοποίησα, ευελπιστώ αν κάποιος τον γνωρίζει, να με ενημερώσει έτσι ώστε να κάνω την αναφορά τού ονόματός του ως οφείλω να πράξω. 

Προτείνω στον όποιο ενδιαφερόμενο για μία σφαιρική ενημέρωση πάνω στην κλασική αυτή ταινία, να βρει το σενάριο τού ίδιου του Robert Desnos, στο βιβλίο "Ημερολόγιο Ενός Φαντάσματος" (εκδόσεις Φαρφουλάς, μετάφραση Νίκου Σταμπάκη, Αθήνα Νοέμβριος 2015). 



Προς αποφυγή παρεξηγήσεων όσο αφορά τα πνευματικά δικαιώματα, παραθέτω το link που χρησιμοποίησα από το κανάλι Filmman Cine Mix: 



https://youtu.be/csEDMzs3SXo?t=68


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ


Αν η ποιητική τέχνη ξεκόψει από τη ζωή, θα πάψει ευθύς να είναι τέχνη. Ο Λόρκα πήγε μπροστά... Άνοιξε πρώτος δρόμους δύσβατους, δρόμους που οδηγούν σε ιδιωτικούς Γολγοθάδες, που όμως όλοι οι αληθινοί ποιητές, υποχρεούνται να τους περπατήσουν με όποιο κόστος κι αν θα καταβάλουν, με όποιον πόνο κι αν θα χρεωθούν. Η ποίηση -ναι- δεν είναι ψυχοθεραπεία - η ποίηση είναι βασανιστήριο, είναι καρτέρι θανάτου που γνώμονα όμως έχει, το μεγαλείο της ζωής!

«η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε»

θα γράψει ο Νίκος Εγγονόπουλος στο «Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε», και θα έχει απόλυτο δίκιο. Ο ποιητής θα βγάζει πάντα στο φως την αλήθεια του, ακόμη κι όταν γνωρίζει a priori πως το φως αυτό θα τον οδηγήσει στο σκοτάδι. Η φωνή του ποιητή, η αηδονολαλιά του, μία όαση μες την έρημο, αστείρευτη έμπνευση στους όποιους «σακάτικους καιρούς», κι ο Λόρκα, ένα αηδόνι της Ανδαλουσίας, πάνω και πέρα από τον καιρό του και τον καιρό μας. Βέβαια, θα ομολογήσω πως δεν γνωρίζω ποια ακριβώς θα ήταν η στάση μας σήμερα απέναντί του αν κι εφόσον δεν είχε υπάρξει η επαίσχυντη πράξη της δολοφονίας, όσον αφορά την κοινωνικοπολιτική πλευρά του ίδιου και του έργου του, όσον όμως αφορά την ποιητική του φόρμα, δεν υπάρχει απολύτως κανένας ενδοιασμός, καμία αμφιβολία πως θα έστεκε πάντα μεγαλειώδης, απροσπέλαστη κι αυτό έγκειται στην παραδοχή όλων όσων αγαπούν την ποιητική τέχνη, πως τα γραπτά του, (ποιητικά ή και πρόζα για να μη λησμονούμε και την μεγάλη του υπηρεσία στη τέχνη του θεάτρου), ξεπερνούν με απαράμιλλο τρόπο τα χωροχρονικά δεσμά: εκπορεύονται από την Ισπανία του 1927 κι εκβάλουν στο παγκόσμιο στερέωμα ανεξαρτήτως εποχής, ανεξαρτήτως γλώσσας, ηθών και παραδόσεων. Είναι ο απόλυτος οικουμενικός ποιητής, κι είναι ο αδιαμφισβήτητος Ισπανός ποιητής, είναι τόσο οικουμενικά Ισπανός και τόσο Ισπανός μέσα στην οικουμενικότητά του.

«Αν μπορούσα να κλάψω από φόβο σ’ ένα έρημο σπίτι,
αν μπορούσα να βγάλω τα μάτια μου να τα καταπιώ,
θα το ‘κανα για τη φωνή σου – πένθιμη πορτοκαλιά
και για την ποίησή σου που βγαίνει ωσάν κραυγές».

θα γράψει στο πρώτο τετράστιχο της «Ωδής στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» ο Πάμπλο Νερούντα. Μία σπαρακτική,  (γεμάτη ακατάληπτους, μα πλημμυρισμένους από λυρική οργή από το άκουσμα των νέων περί της δολοφονίας στίχους), ωδή η οποία σηματοδοτεί με τον πιο εύστοχο τρόπο και τόνο αυτή ακριβώς την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα που θα χαρακτήριζε από εκείνη την ώρα και για πάντα το πρόσωπο του Λόρκα – όχι την ποιητική του αξία η οποία ήταν από καιρό αδιαπραγμάτευτη και ξέχωρη την ιδεατή πλευρά που θα μετουσιωνόταν ο Λόρκα. Σε αυτό το πρώτο τετράστιχο, δεν χρειάζεται και πολύ μεγάλη δυσκολία να καταλάβει κανείς πως η λέξη κλειδί δεν είναι άλλη από τη λέξη «πορτοκάλι». Αυτές οι πορτοκαλιές στον κήπο του πατρικού σπιτιού τού Λόρκα, έχουν διανθίσει και τους στίχους μα και την ιδιοσυγκρασία τού ποιητή, τους έχουν διανθίσει με τέτοιον τρόπο που μπορεί ο αναγνώστης να μυρίσει τις ευωδιές τους, να αγγίξει τους κορμούς τους.

«Αν φύγω απ’ τη ζωή,
Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό.
Τρώει τα πορτοκάλια το παιδί,
Κι απ’ το παραθύρι το κοιτώ.
Τα στάχια ο θεριστής θερίζει,
Κι’ από το παραθύρι τα κοιτώ.
Αν φύγω απ’ τη ζωή,
Το παραθύρι αφήστε το ανοιχτό».

Πορτοκαλεώνες το βίωμα – πορτοκάλια το επιθυμητό κι όλα τριγύρω εικόνες λουσμένες από φως και έρωτα. Εικόνες λουσμένες όμως κι από θάνατο, αναπόσπαστο στοιχείο και της ποίησης μα και της ζωής. Το πιο γνωστό κι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο ποίημα του μεγάλου Φεντερίκο, είναι γραμμένο για τον θάνατο του ταυρομάχου Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, και μιλώ φυσικά για «Το Λάβωμα κι ο Θάνατος», από τον «Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας».  Ένα ποίημα γεμάτο απ’ το αίμα του νεκρού εραστή, μα κι απ’ τον πόνο του ζωντανού. Ποίημα όπου οι εναλλαγές των συναισθημάτων, είναι τόσο γρήγορες, τόσο δυνατά κατακλυσμιαίες. Ο μεγάλος πόνος του ποιητή, δημιουργεί έναν παροξυσμό, μία έξαρση ερωτογενή μα πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη, τόσο ανθρώπινη που καταφέρνει να ξεπερνά το ανθρώπινο στοιχείο. Είναι αυτή η αναγνώριση του αναπόφευκτου που καταφέρνει όμως να δράσει απ’ την ακριβώς αντίθετη πλευρά, καταφέρνει να υπερβεί ο ποιητής το φάσμα του αναπόφευκτου, έτσι ώστε να γίνει εφικτό το ανέφικτο. Δίνεται ζωή στον νεκρό κι ο νεκρός, ανταποκρίνεται στα καλέσματα του έμβιου.

«Στις πέντε το απόγιομα.
Ήταν στις πέντε ακριβώς τ’ απόγιομα.
Έφερ’ ένα παιδί τα’ άσπρο σεντόνι
στις πέντε το απόγιομα.
Μια κόφα με λιωμένο ασβέστι
στις πέντε το απόγιομα.
Τ’ άλλα όλα ήτανε θάνατος, θάνατος και μόνο
στις  πέντε το απόγιομα».


Κι είναι ένας επαναστάτης σε όλα τα επίπεδα ο Λόρκα. Είναι επαναστάτης πέρα από τις λέξεις, πέρα από τον τόπο και τον χρόνο. Στέκεται άσβηστος φάρος, με τον έρωτα, το χαμόγελο, την τέχνη του, πάνω απ’ τα κύματα που τον χτυπούν και τις καταιγίδες που επιδιώκουν να τον καταρρίψουν. Στ' όνομα του Λόρκα, οφείλει η μούσα να υποκλιθεί, καθώς κι όλοι οι ποιητές, οφείλουν να κατέβουν απ' τον Παρνασσό και να ακολουθήσουν τα βήματά του, να δηλαδή σταθούν δίπλα στους αδικημένους και τους καταραμένους, να βροντοφωνάζουν την αλήθεια τους αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις συνέπειες που θα τους ακολουθήσουν, να θυμούνται τον λόγο του, γιατί, όντως, αν ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης, δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο παρά ένα ανδρείκελο, μία απομίμηση ανθρώπου.

https://exitirion.wordpress.com/2019/06/09/th-d-tipldos-gia-ton-lorca/comment-page-1/



Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019


Μεταλλάσει το πνεύμα της
Δικτυωμένη σε υγρά κατακάθια του καφέ
Ενέσεις κεντράρουν και σκοπεύουν 
Μάτια χύνονται στο πάτωμα
Και μια μέρα που πέρασε
Ξανά γυρίζει

*

«Είμαστε πάντα ένα βήμα πίσω απ’ τα γεγονότα και τα γεγονότα είναι πάντα ένα βήμα πίσω μας!»

*

Μικρή φροντίδα
Το μαχαίρι πνιγμένο στο αίμα
Μία ζωή ακόμη ευκαιρίας ή ευκαιριακή
Μα όλα όσα αγκάλιασε η φυγή
Τα ανέδειξε η κραυγή

*

Στέκεται γυμνός
Πιο γυμνός κι απ' τη μοναξιά του
Βρέχει τα σεντόνια με χαλασμένο σπέρμα
Ξύνει το πύον του
Γυρνώντας την πληγή

*

«Με τον έρωτα ξεγελάσαμε τον θάνατο – με τον θάνατο ξεγελάμε την Πλάνη!»

*

«Είναι χρεία ν’ αρμενίζουμε τα πέλαγα με λευκά πανιά στα κατάρτια!»

*

Εκείνος παίρνει ανοιχτή τη στροφή
(Οι τρύπες τραγουδούν ακόμη)
Πέφτει στο κενό
(Οι φλέβες καίγονται ακόμη)
Εκείνη κρατάει πάντα το μαγικό το φίλτρο

*

Αλγεβρικές εξισώσεις:
Βήματα πάνω και πέρα μέσα κι έξω
Απ’ το Άπειρο
Δύο νέοι αγκαλιασμένοι:
«Εμείς είμαστε το Άπειρο!»

*

«Η Νιότη του Κόσμου στοιχηματίζει στο Παιχνίδι της Περιπλάνησης!»

*

Στον Βορρά βρίσκονται τα Μήλα των Εσπερίδων
Στον Νότο βόσκουν τα βόδια του θεού Ήλιου
Στο ενδιάμεσο σπαταλούν οι θνητοί
Όσα οι θεοί δεν διαθέτουν
Ο μίτος κόπηκε απότομα

*

Αυτές οι μέρες του Απρίλη, οι μουσκεμένες από την βροχή (που κάπως παράδοξα μας χτυπά για την ημερολογιακή στιγμή που διανύουμε), αυτές οι μέρες οι αλλόκοτες, οι παράλογα όμορφες, αυτές οι μέρες που επιθυμώ να τις ζήσω στα άκρα, αυτές οι μέρες είναι που ανατρέπουν τις ισορροπίες και ακροβατούν πάνω από την αβεβαιότητα. Η κάθε μία σταγόνα της δυνατής βροχής, φέρνει στο νοητό, ακατανόητες, αρχέγονες συγχορδίες, ρυθμούς, μελωδίες. Κύμβαλα και σάλπιγγες, λύρες και κιθάρες, συνυπάρχουν μέσω εμού και διαμέσου της βροχής τις σταγόνες. Ένα Παγανιστικό Οικουμενικό Παρελθόν εισβάλει εντός μου. Διαπνέει μέσα μου το Απολλώνιο Φως και το Διονυσιακό Μεθύσι. Δεν υπάρχει παρελθοντολαγνεία. Υπάρχει το διαχρονικό, και το διαχρονικό, δεν μπορεί να μην διαθέτει το στίγμα του μοντέρνου – αντίθετα, με την ικανότητα τού να υπερέχει του χρόνου, (πολλές φορές και του χώρου), αυτόματα μετατρέπεται ακόμη και σε μεταμοντέρνο. Το κάλεσμα από το παρελθόν, ο δέκτης του παρόντος, ο προπομπός του μέλλοντος.

Μπροστά μου έχω την Ιζόλδη και τον Τρστάνο, οι οποίοι δεν είναι η Ιζόλδη και ο Τριστάνος. Είναι η Ιουλιέτα και ο Ρωμαίος, που δεν είναι η Ιουλιέτα και ο Ρωμαίος. Είναι πολύ απλά, δύο νεκροί που ακόμη αγαπιούνται, ακόμη ποθούν ο ένας τον άλλον, γνωρίζοντας πολύ καλά, πως αέναα θα αγαπούν και θα ποθούν ο ένας τον άλλον. Εκεί που ο θάνατος εξουσία δεν έχει, εκεί που το άπειρο μεταμορφώνεται στο απτό, στο ορατό, στο βίωμα.

Θ.Δ.Τυπάλδος
Πάτρα 9-14 Απριλίου 2019

αποσπάσματα από την αδημοσίευτη ποιητική μου ενότητα "ΙΖΟΛΔΗ Ή ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΜΟΥΝΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ"

σχέδιο Μαρία Α., "Τριστάνος και Ιζόλδη", 2019

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

André Breton, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΑΘΕΙ ΟΛΟΣ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ





Από το βιβλίο "ΓΑΙΟΦΩΣ"

εκδόσεις Ύψιλον, μτφρσ: Σωτήρη Λιόντος

μουσική: Erik Satie - Gymnopedie No.3 (Orchestrated by Debussy)

Στον Man Ray

Οι ανεμοδείκτες σε σχήμα πετεινού διασχίζουν το κρύσταλλο
Προστατεύουν τη δροσιά με χτυπήματα του λοφίου τους
Τότε το γοητευτικό έμβλημα της αστραπής
Πέφτει πάνω στο λάβαρο των ερειπίων
Η άμμος δεν είναι παρά ένα φωσφορούχο ρολόι
Που δείχνει μεσάνυχτα
Με τους βραχίονες μιας λησμονημένης γυναίκας
Κανένα καταφύγιο που να περιστρέφεται στην εξοχή
Ανεγερμένο στις ουράνιες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις
Είναι εδώ
Μαλλιά μαλλιά
Το κακό δυναμώνει πολύ κοντά
Όμως τι να θέλει από εμάς

Jan Švankmajer, Στον Υπερρεαλισμό





"Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να διευκρινίσουμε πως ο υπερρεαλισμός δεν είναι τέχνη."


"...γιατί δεν υπάρχει υπερρεαλιστική αισθητική, δεν υπάρχει υπερρεαλιστική μέθοδος ή σχολή."

Ο ζωντανός θρύλος του παγκόσμιου υπερρεαλιστικού κινήματος, ο σκηνοθέτης, εικαστικός, πεζογράφος, ποιητής, ένα από τα μακροβιότερα μέλη της Υπερρεαλιστικής Ομάδα της Πράγας, Jan Švankmajer, βάζει τα πράγματα στη θέση τους σε ότι αφορά την ουσία του υπερρεαλισμού. Σε ένα βίντεο χρονικής διάρκειας 130 δευτερολέπτων, έχει πει όλα όσα δεν πρόκειται να πουν σε αμέτρητες, ατελείωτες διαλέξεις, ιστορικοί τέχνης, αναλυτές, επίδοξοι νεκροθάφτες του κινήματος.

Ο ΑΠΕΘΑΝΤΟΣ





Μη φεύγεις από κοντά μου,

μια δαγκωνιά αγάπης έχω να σου δώσω.
Όταν βρεθείς κάτω απ‘ τη σκιά μου,
τα νύχια μου, στη σάρκα σου θα καρφώσω.

Κι έτσι αγάπη μου γλυκιά,
την παγωμένη μου ψυχή θα σου χαρίσω.
Θα σου στερέψω την καρδιά
και το κρύο μου φιλί, στο λαιμό σου θ‘ αφήσω.

Μην φοβάσαι τον θάνατο,
μονάχα την αγάπη μου να φοβάσαι,
το κορμί μου το αθάνατο
στο κρεβάτι σου, μην έρθει όταν κοιμάσαι.

Κι αν τον άδειο τάφο μου αντικρίσεις
και το κενό μου φέρετρο θα δεις,
θα υπάρχει το σημάδι στο λαιμό σου να μη λησμονήσεις
ότι σου χάρισα θανάτου, ανάσα ζωής.

Music theme, “Transylvania” by Derek & Brandon Fiechter

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ


    Ένας πελιδνός  προσκυνητής στης Μέκκας τις ανηφόρες, στέκεται και στοχάζεται από πού βγαίνει η Αστάρτη. Μεθυσμένα αποδημητικά πουλιά, κλωσούν τον Αύγουστο στου Φλεβάρη τις χειροπέδες. Μεταμφιεσμένη κοπέλα, (μεταμφιεσμένη σε κάποια άλλη), στήνει την πραμάτεια της έξω από χωματερή δημοσίων θεαμάτων. Προσέχει τη σκιά της μη και χτυπήσει πάνω σε τζάμι ραγισμένο. Μεταφορείς μεταφέρουν μία ξύλινη κούκλα. Η κούκλα δυσανασχετεί με το κρύο άγγιγμά τους, μα δεν καταφέρνει να τους ξεφύγει. Μία κυρία της αστικής τάξης, προσκαλεί στα ιδιαίτερά της δωμάτια, μία ξένη γυναίκα – μεριμνεί έτσι ώστε τα πάντα να της φανούν χρυσοποίκιλτα και καθαρά μέσα στην ακαθαρσία. Το ενυδρείο της όμως την προδίδει: μία μέδουσα εντός του άφησε τα κόπρανά της. Πόσο όμορφη η μέρα αυτή που ξεκινά, πόσο μεγάλη κι αστείρευτη μοιάζει. Πέντε πυροβολισμοί καρφώνονται πάνω σε πέντε πιάνα κι η μουσική ξεκινά και τα πάντα παρασύρει.   
   «Γιατί δεν με αγαπάτε;» ούρλιαξε η προσωπογραφία στον πίνακα. «Αποτυπώσατε τη μορφή μου μα επιδεκτικά, αγνοήσατε τη ψυχή μου!»
   Στραμμένη προς τους θεατές, η αυλαία ανοίγει και κλείνει… Κλείνει κι ανοίγει ακριβώς όπως κλείνουν κι ανοίγουν τα βλέφαρα της γάτας. Οι ηθοποιοί, στέκουν αμίλητοι, ασάλευτοι στο κοινό. Δεν μιλάνε, δεν τραγουδάνε, απλά στέκουν σε προσοχή αναμένοντας, χωρίς να ξέρουν κι οι ίδιοι τι. Το κοινό δυσανασχετεί. Η αναμονή μεγάλη. Κάποτε, ο σκηνοθέτης βγαίνει στη σκηνή και ζητώντας συγγνώμη τούς εξηγεί πως οι ηθοποιοί, είναι εδώ και καιρό νεκροί. Γιουχαΐσματα, βρισιές κι απειλές εκτοξεύονται και το θέατρο βρυχάται:
   «Ως πότε θα μας περνάτε για χαζούς; Ως πότε θα μας παίρνετε τα λεφτά και θα μας αφήνετε δίχως άρτο, δίχως θεάματα; Τα λεφτά μας πίσω!» 
   Η στρυφνή μάγισσα ξεπροβάλει μέσα απ’ της μαρμότας το πιθάρι. Γελά με νόημα καθώς κινεί κυκλικά το ραβδί της, μία δεξιόστροφα, μία αριστερόστροφα  κι αρχίζει κατάρες να ρίχνει στους προβοκάτορες της σήψης. Ο Μινώταυρος παίρνει μέρος σε ταυρομαχίες – είναι ο τορέρο και μία Αμαζόνα είναι ο ταύρος. Η Πασιφάη στις κερκίδες καμαρώνει το γιο της. Καρφίτσες πέφτουν στ’ άχυρα και τα ματώνουν. Η οργή που ξεχειλίζει στην κουζίνα, βολεύεται μπροστά στης τηλεόρασης τούς δέκτες. Μετά από εγχείρηση ρουτίνας, ο ασθενής σώζεται μα ο γιατρός πεθαίνει. (Αν όλα τα παιδιά της Γης/ δίνανε τα χέρια κι άρχιζαν χορό/ο κύκλος θα γινότανε πολύ-πολύ μεγάλος/ κι όλους τους δασκάλους θα σκότωνε θαρρώ). 
   Στο θέατρο συνεχίζονται οι διαμαρτυρίες. Ο σκηνοθέτης παρακαλεί να ηρεμήσουνε τα πνεύματα και υπόσχεται πως η παράσταση θα ξεκινήσει ακόμη και με πεθαμένους τους ηθοποιούς.
   «Φτάνει πια η κοροϊδία! Αρκεί ο εμπαιγμός! Τα λεφτά μας πίσω ή το κεφάλι σου σε πιατέλα να μας φέρουν!»
   Οι ηθοποιοί, παραμένουν ασάλευτοι, αμίλητοι, με βλέμματα χαμένα. Μπορεί να μην γνωρίζουν τι περιμένουν, μοιάζουν όμως κάτι να ξέρουν γι’ αυτή τη συνωμοσία που άλλος κανείς δεν το ξέρει. Τι όμορφη η μέρα η σημερινή, τι όμορφα που κλαίει το αηδόνι. Στα κλαδιά των δέντρων μία άρπα ξύνει τις χορδές της και μία κιθάρα γλυκοχαράζει στις μπιγκόνιες. Θα προσπαθήσουμε ξανά τα κύμβαλα να θροΐζουν, και μέσα στη θαλπωρή των στοχασμών μας, θα φυτρώσουν μανιτάρια.

φωτογραφία: Hans Bellmer, Die Puppe, 1934