Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

ΚΕΝΕΘ ΚΑΙ ΚΑΘΡΙΝ

Το παγωμένο σώμα του Κένεθ, έμενε ακίνητο πάνω στα ποτισμένα από αίμα, ιδρώτα και σπέρμα σεντόνια του κρεβατιούτου φριχτού και φθηνού δωματίου του motel που βρισκόταν στη μέση του πουθενά. Το αχανές και καρφωμένο στο μηδέν παγωμένο του βλέμμα, αποκάλυπτε με τον πιο καθάριο κι αδιαμφισβήτητο τρόπο το τι εί- χε προηγηθεί λίγη ώρα πριν.Εξουθενωμένη ολότελα πλέον η Κάθριν, είχε βουλιάξει στην πολυθρόνα αντίκρυ τουκρεβατιού. Μοναδική της κίνηση ζωντανού ανθρώπου, εκείνη που έκανε με τ' ακροδάχτυλά της, για να φέρει το τσιγάρο στο στόμα. Ένοιωθε το απόλυτο κενό να της πλυμμηρίζει τη ψυχή. Αδύνατο, -σχεδόν ανύπαρκτο- το γυμνό της κορμί, είχε παραδoθεί στην αδράνεια και την αδιαφορία, για όλα όσα πριν λίγο είχαν συμβεί (δεν είχαν πια κανένα απολύ-τως νόημα για 'κείνη, καμιά ουσία και η συναίσθηση των πάντων, νεκρή).Η ώρα περνούσε και τα δυο κορμιά, στέκονταν ακίνητα το ένα απέναντι στο άλλο, ανίκανα για το οτιδήποτε, (δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να κάνουν πια και οι δυο μαζί). Έξω απ' το δωμάτιο, ακούστηκαν τα γέλια κάποιου άλλου ζευγαριού. Φευγαλέα γέλια που για την Κάθριν, ήχησαν σαν το πρωινό ξυπνητήρι, ακουμπισμέ- νο στο κομοδίνο της σαστισμένης της ψυχής, σκοτώνει το γλυκό της ύπνο και ξυπνάει το φιλήδονο πόθο, την ηδονοπάθεια του καταπιεσμένου της"εγώ".
"Σήκω! Σήκω λοιπόν, τι περιμένεις; Σήκω τώρα!"Με αργές κινήσεις, στηριγμένη στα χέρια της πολυθρόνας, σηκώθηκε. Πέρπατησε τα λίγα εκατοστά που τη χώριζαν απ' το κρεβάτι, σαν να είχε να περπατήσει απ' τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη. Έμοιαζαν οι βαριές της κινήσεις, αποκομμένες από 'κείνη. Βήματα δικά της, που θα ήθελε να είναι κάποιου άλλου. (Πολλές φορές, τα μέτρα, λογίζονται σε χιλιόμετρα, κι είναι αυτές οι φορές που θα προτιμούσε ο καθένας από μας, να ήταν νεκρός, έτσι ώστε, κάποιοι άλλοι να έκαναν τα δικά μας βήματα, φορτωμένοι στους ώμους τους, τη δική μας σωρό και τις νεκρές μας επιθυμίες). Στάθηκε για λίγο πάνω απ' το παγωμένο σώμα του Κένεθ. Έμεινε να τον κοιτάζει σαννα ήταν η πρώτη της φορά που έπεφτε πάνω του το λάγνο βλέμμα της. Τον περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια, τον άνδρα που τόσο καλά ήξερε, μα που ποτέ της δεν κατάφερε να γνωρίσει
Τράβηξε το σεντόνι που είχε καλύψει τον παγωμένο γυμνό του πούτσο. Τώρα στεκότανε έμπροσθεν της ολόγυ-μνος κι αδύνατος πλέον ν' αντιδράσει στη δική της σκληρή κι απολυταρχική εξουσία. Μπορούσε να κάνει ο,τι-δήποτε αυτή κι αν ήθελε πάνω του, χωρίς εκείνος να μπορεί να βάλει τους δικούς του πρόστυχους,σαδιστικούς του όρους και κανόνες. Θα έθετε τώρα, τα δικά της σχέδια πάνω στον πιο αδηφάγο πόλεμο που όλοι στη ζωή μας, έχουμε βιώσει: στον αδηφάγοπόλεμο του έρωτα... Ανέβηκε στο κρεβάτι. Γονάτισε ανάμεσα στα σκέλια του και με τις πιο αποφασιστικές και σταθερές κινήσεις που είχαν κάνει ποτέ σε ολάκερη τη ζήση της, -ως αυτή την πρωτόγνωρη στιγμή-, τα χέρια της, πήρε στη χούφτα της τον κρύο, νεκρό πούτσο του Κένεθ, και με αργές, αισθησιακές κινήσεις, άρχισε ν' ανεβάζει το την κρύα σά-ρκα με την ανύπαρκτη πια, γεννετίσια ορμή του, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, σαν να περίμενε η καύλα, να δημιουργήσει την ολοκληρωμένητου στύση, και να ξεπεράσει αυτή η συγκεκριμένη στύση, την όποια άλλη καύλα, την καύλα του όποιου άλλου ζωντανού, ή νεκρού οργανισμού σ' αυτόν τον πλανήτη.Κι αφου περιεργάστηκε τον νεκρό πούτσο του Κένεθ, τότε έκανε κάτι που θα σας φανεί ακόμη πιο αισχρό και διεστραμμένο: άρχισε να παίρνει τον νεκρό πούτσο στο στόμα της και γεμάτη από λαγνεία, άρχισε να κάνει το καλύτερο τσιμπούκι που θα μπορούσε να σκεφτεί πως θα έκανε ποτέ της. Άρχισε να του το γλύφει ολοένα και πιογρήγορα καθώς ταυτόχρονα, το αριστερό της χέρι, το έβαλε ανάμεσα στα μπούτια της, κι αργά-αργά, άρχισε να χαϊδεύει μουνίτης, αργά, γεμάτη με αισθησιασμό, ξεσήκωσε τις αισθήσεις και τα πιο ζωώδη και καταπιεσμέ-να της ένστικτα. Τ' ακροδάχτυλα της, γευόντουσαν τους χυμούς του κορμιού της, που είχαν δειλά- δειλά, αρχίσει να ξεχύνονται από το ζεστό μουνί της, δροσίζοντας τη σάρκα των ποδιών της, σιγά-σιγά. (Λίμνη που γεμίζει με το αιώνιο νερό που μόνο ο ασυμβίβαστος έρωτας μπορεί να προσφέρει στους διψασμένους οδοιπόρουςτης έρημης αλήθειας. Η όαση του Όλου). Το φως της επιγραφής του motel, πέφτοντας πάνω στο γυμνό της κορμί, χάραζε στο δέρμα της ένα tatoo διαφημιστικής εκσπερμάτωσης μιας κοινωνίας μες στην οποία, μια ζωή πορεύτηκε, μιας κοινωνίας,που τώρα ήταν στην καρδιά της μέσα, ως μέλος της ήταν παρουσία παρούσα και απούσα, την ίδια αυτή, στιγμή... τη στιγμή που εκείνη σκότωνε, ήθη και συνήθειες.Χαϊδεύοντας τα μουσκεμένα της μουνόχειλα στην αρχή, ακούμπησε την πρώτη πύλη του δικού της παραδεί-σου. Στη συνέχεια, με μανία άρχισε να τα πιέζει ανάμεσα στα δυο της δάχτυλα. Τα πίεσε με τέτοια δύναμη που ο οργασμός που μέσα της γεννήθηκε, σαν μια ερωτογενή λάβα, της έκαψε τα σωθικά. Άφησε από το στόμα της το νεκρό του πούτσο κι απ' τα χείλη τηςδραπέτευσε, ένας μικρός αναστεναγμός, μιας παμμέγιστης απόλαυσης.
Μετά από αυτό το χάδι καύλας, έχωσε το μεσαίο της δάχτυλο στην καυτή τρύπα του μουνιού της, απαλά κι α-ργά πάντα στην αρχή, ολο βία και φρενήρη ρυθμό στη συνέχεια - επιφανειακά στην αρχή κι ολο πιο βαθιά, ολο πιο γρήγορα, στη συνέχεια... βαθύτερα, γρηγορότερα: κινήσεις δώρο στον εαυτό της και προσφορά στο βωμό της αυτοσχέδιας καύλας. Δευτερόλεπτα μετά που ώρες έμοιαζαν, μέσα στο μουνί της, είχαν χωθεί εκτός του μεσαίου της δαχτύλου, και άλλα δυο δάχτυλα της, κι έτσι, οι κινήσεις της έμοιαζαν διείσδυση στο ποτάμι της αυτοϊκανοποίησης.Καθώς συνέχιζε μ' όλο της το σθένος, μ' όλη της τη μανία ν' ασελγεί πάνω στο αιμόφυρτο σώμα, που κάποτε ήταν ο Κένεθ, οι μνήμες από το 'χθες, ξεπετάχθηκαν στ' αυλάκια του μυαλού της, κάνοντας τη μανία της εντονότερη. Πλέον έμοιαζε να μην της αρκεί ο πεοθηλασμός, μα αν μπορούσε να κατασπαράξει το άθλιο αυτό μόριο, θα το έκανε με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Θα το έκανε, για να εκδικηθεί για όλες εκείνες τις προσβολές και τις βρισιές. Για όλα εκείνα τα βράδια που εκείνος γυρνούσε μεθυσμένος και ηττημένος απ' τα μπαρ και τις χαρτοπαικτικές λέσχες και ξεσπούσε πάνω της, χτυπώντας την, βιάζοντας τη ψυχή και το κορμί της, Τότε ήταν αδύνατη και τρομοκρατημένη. Τώρα πια, δεν είναι. Κάτω απ' τα κλειστά της βλέφαρα οι κόρες των ματιών της, συστέλλονταν και διαστέλλονταν, σύμφωνα με τους ρυθμούς που οι πολλαπλοί οργασμοί της χάριζαν. Κάθε οργασμός της και μια μικρή της νίκη στη διαμάχη της με τα πρέπει και τα μη, μιας ολόκληρης ζωής. Γαμήσου κοινωνία! Γαμήσου, όπως ακριβώς γαμιέται κι αυτό εδώ το νεκρό κορμί! Είσαι εξίσου το ίδιο κι εσύ νεκρή όσο κι αυτό!
Τώρα η συγχορδία τσιμπουκιού κι αυνανισμού, ανέβαζαν τους ερωτικούς ρυθμούς που έκαναν το ζωντανό γυ-ναικείο σώμα να πάλλεται να χορεύει σε μια άηχη μουσική συμφωνία με μαέστρο τον έρωτα και όργανα μουσικά την κοπέλα κι ένα πτώμα.
Γρηγορότερα πλέον, τα υπέροχα γυναικεία δάχτυλα, μπαινόβγαιναν στο καυτό, υγρό της μουνί και συγχρόνως, ολοένα γρηγορότερα, το στόμα της, ανεβοκατέβαινε στον ακόμα πιοψυχρό, ακόμα πιο νεκρό πούτσο. Δάχτυλα-μουνί, στόμα-πούτσος, δάχτυλα-μουνί, στόμα-πούτσος...

Σε λίγη ώρα η Κάθριν, είχε γνωρίσει την τέλεια ηδονή και πάνω στα ιδρωμένα, ματωμένα και γεμάτα σπέρμα σεντόνια, είχε αφήσει την πιο ευχάριστη κραυγή να χυθεί πάνω στ' ακόλαστο κρεβάτι, στο κολασμένο δωμάτιο, στο λαβύρινθο της καύλας και δίπλα της ένα νεκρό ανδρικό σώμα που καμιά απόλαυση δεν είχε τώρα αυτό γευτεί: το νεκρό σώμα του Κένεθ. Η Κάθριν μόλις είχε νιώσει τον απόλυτο οργασμό, αυτόν που χαρίζει η απόλυτη εξουσία ανθρώπου σε άνθρωπο, αυτόν που μετατρέπει το άτομο σατράπη έναντι των άλλων, και σκλάβο έναντι του ίδιου του τού εαυτού. Κυριάρχος και νικήτρια πλέον!
Τι σημασία είχε αν δεν ήταν τώρα μαζί της να γευτεί κι αυτός αυτή την παμμέγιστη ηδονή; Σημασία έχει πως ήσασταν εσείς εκεί, κι αλήθεια, ποιος είπε πώς οι νεκροί δεν καυλώνουν;

Πάτρα 2004

φωτο: Man Ray, The Prayer, 1930

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου